
Παράλληλοι Κύκλοι | Η εκδίκηση ως κύκλος που πάντα επιστρέφει
4 Ιουνίου, 2026
Book Review: ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΣΑΡΩΝΙΚΟΣ, της ΚΙΑΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΟΥ, από εκδόσεις ΒΑΚΧΙΚΟΝ
9 Ιουνίου, 2026
Όταν έμαθα ότι το Νερό που σωπαίνει είναι το πρώτο βιβλίο της Νόνικας Κωνσταντουδάκη ξαφνιάστηκα. Το ξεκίνησα χαλαρά, πιστεύοντας πως θα διαβάσω μια οικογενειακή ιστορία, ίσως μια σάγκα. Μια ιστορία γυναικών, τόπων και μνήμης. Γρήγορα όμως καταλαβαίνα ότι κάτω από την επιφάνεια υπάρχει κάτι πιο βαθύ. Κατά τη γνώμη μου, η σύλληψη της ιστορίας την οποία πραγματεύεται η Νόνικα είναι από τα πιο δυνατά σημεία του βιβλίου. Δεν δημιουργεί απλώς μια πλοκή, αλλά μια ολόκληρη γενεαλογία ανθρώπων, ιστοριών και σιωπών.
Το μυθιστόρημα καλύπτει μια μεγάλη χρονική περίοδο, από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα μέχρι τη δικτατορία και τη Μεταπολίτευση, με έμφαση στα χρόνια 1971-1974. Αυτό το χρονικό εύρος δεν είναι διακοσμητικό, αλλά οργανικό μέρος της αφήγησης. Οι εποχές, οι πόλεις και οι κοινωνικές συμβάσεις αλλάζουν, αλλά κάποια πράγματα παραμένουν οδυνηρά όμοια, όπως οι φόβοι που κληρονομούνται, οι ρόλοι που επιβάλλονται, τα οικογενειακά μυστικά και οι γυναικείες ζωές που προσπαθούν να βρουν χώρο σε έναν κόσμο που τις περιορίζει.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του βιβλίου, ο μαγικός ρεαλισμός τον οποίο πάντα λάτρευα και πάντα θα λατρεύω. Για όποιον δεν είναι εξοικειωμένος με τον όρο, μαγικός ρεαλισμός δεν σημαίνει παραμύθι. Σημαίνει ότι σε έναν ρεαλιστικό κόσμο εισχωρεί το ανεξήγητο και το παράδοξο, σαν μέρος της καθημερινότητας. Οι άνθρωποι μπορεί να το φοβούνται, να το αποφεύγουν ή να το αποδέχονται, αλλά δεν το βλέπουν απαραίτητα ως κάτι ξένο. Είναι εκεί, όπως η μνήμη, το τραύμα, το προαίσθημα και η ενοχή.
Στο Νερό που σωπαίνει λοιπόν, το μεταφυσικό στοιχείο υπάρχει, αλλά μόνο όσο χρειάζεται, και αυτό το θεωρώ μεγάλο πλεονέκτημα. Το νερό, οι παραξενιές του και η αίσθηση ότι η φύση ξέρει περισσότερα από τους ανθρώπους λειτουργούν υπόγεια. Δεν ακυρώνουν τον ρεαλισμό του βιβλίου, αλλά τον κάνουν πιο βαθύ.
Ένα ακόμη δυνατό σημείο είναι οι χαρακτήρες. Η Νόνικα δεν δημιουργεί απλούς ρόλους που υπάρχουν μόνο για να εξυπηρετήσουν την πλοκή. Οι ηρωίδες της έχουν σώμα, παρελθόν, αντιφάσεις, επιθυμίες, θυμό και φόβο. Βρίσκονται εκεί για να μας θυμίζουν ότι όλοι γεννιόμαστε μέσα σε ιστορίες που έχουν ξεκινήσει πριν από εμάς. Κάποιες μας προστατεύουν, κάποιες άλλες μας πληγώνουν, ενώ κάποιες απλά τις κουβαλάμε σαν εκ γενετής σημάδι.
Το επόμενο που θέλω να υπογραμμίσω είναι η γραφή της Νόνικας, που είναι εντυπωσιακά ώριμη. Το αναφέρω αυτό γιατί δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Προσωπικά, όπως έχω ήδη πει και στην ίδια, τέτοια ωριμότητα στη γραφή, τόση αφηγηματική ψυχραιμία και αίσθηση μέτρου θα περίμενα να βρω σε μια καταξιωμένη συγγραφέα σαράντα ή σαράντα πέντε ετών, με τρία τέσσερα βιβλία στο ενεργητικό της.
Εδώ όμως έχουμε μια πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέα, που όμως δείχνει να γνωρίζει πολύ καλά τι θέλει να κάνει, πού θέλει να οδηγήσει τον αναγνώστη και, κυρίως, πότε πρέπει να σταματήσει. Το να ξέρεις πότε να σταματάς είναι τεράστια υπόθεση στη λογοτεχνία.
Οι περιγραφές της είναι όμορφες, μεστές και το πιο σημαντικό, δεν βαραίνουν το κείμενο. Δεν υπάρχουν περιττές εικόνες μόνο για εντυπωσιασμό. Κάθε περιγραφή έχει ρόλο: Χτίζει ατμόσφαιρα, αποκαλύπτει χαρακτήρα, προοικονομεί, βαθαίνει τη σκηνή ή μεταφέρει τον αναγνώστη σε έναν τόπο που είναι ζωντανός οργανισμός. Τα Λουτρά, η Πάτρα, ο Πειραιάς, η Αθήνα της δικτατορίας αναπνέουν μαζί με τους ήρωες του βιβλίου.
Θέλω να προσθέσω ότι, ως γνήσια Πειραιώτισσα, αγάπησα ιδιαίτερα την αναφορά στη μεγάλη πλημμύρα του Πειραιά (αν θυμάμαι καλά –γιατί ήμουν και πιτσιρίκι τότε– είχε γίνει τον Νοέμβρη του 1981, κάμποσους μήνες μετά τον μεγάλο σεισμό, και 40 περίπου άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους). Ακόμα κι αν στο μυθιστόρημα η συγγραφέας αλλάζει τον χρόνο και την εντάσσει στη δική της μυθοπλασία, η επιλογή είναι πολύ εύστοχη.
Η πλημμύρα εδώ δεν είναι απλώς μια φυσική καταστροφή. Είναι η στιγμή που ο κόσμος χάνει το σχήμα του. Το νερό, που και πάλι παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, εισβάλλει εκεί όπου οι άνθρωποι νόμιζαν ότι έχουν τον έλεγχο. Σβήνει ίχνη, παρασύρει αποδείξεις, καταπίνει ενοχές. Είναι ένα γεγονός που ταιριάζει απόλυτα με την κεντρική ιδέα του βιβλίου:
Ό,τι καταπιέζεται, ό,τι θάβεται, ό,τι σωπαίνει, κάποια στιγμή επιστρέφει. Και επιστρέφει χωρίς να ρωτήσει κανέναν.
Ακόμα κάτι που ξεχώρισα είναι ότι το μυθιστόρημα δεν βασίζεται μόνο σε ένα εύρημα. Δεν είναι μόνο η ιδέα του νερού, το μεταφυσικό στοιχείο ή η οικογενειακή τραγωδία. Είναι ο τρόπος που όλα αυτά συνδέονται μεταξύ τους.
- Το βιβλίο μιλά για τη βία, αλλά δεν την εκμεταλλεύεται.
- Μιλά για τον έρωτα, αλλά δεν τον εξιδανικεύει.
- Μιλά για τη μητρότητα, αλλά δεν την αγιοποιεί.
- Μιλά για την οικογένεια, αλλά δεν την αντιμετωπίζει ως ασφαλές καταφύγιο.
Και αυτό το βρίσκω πολύ δύσκολο να το πετύχεις, πόσο μάλλον όταν είσαι ένας νέος συγγραφέας. Η Νόνικα το πέτυχε.
Το Νερό που σωπαίνει είναι ένα μυθιστόρημα για τις σιωπές που περνούν από γενιά σε γενιά, για τα μυστικά που αλλάζουν μορφή αλλά δεν χάνουν το βάρος τους, για τις γυναίκες που προσπαθούν να ανθίσουν σε εποχές που τις θέλουν υπάκουες, ήσυχες και προβλέψιμες. Είναι επίσης ένα μυθιστόρημα για τη μνήμη, την ενοχή και τη δύναμη της αφήγησης να δίνει ξανά φωνή σε όσα έμειναν θαμμένα.
Σκέφτομαι πως πάντα θα υπάρχει κάτι που μας θυμίζει ότι η σιωπή δεν είναι ποτέ κενή. Πάντα κρύβει κάτι μέσα της: Άλλοτε φόβο, άλλοτε αγάπη, άλλοτε αλήθεια, άλλοτε έγκλημα.
Το ίδιο και το νερό. Ακόμα κι όταν σωπαίνει, δεν σταματά ποτέ να θυμάται και να μιλάει όταν έχει κάτι να πει.
Βρείτε το εδώ κι αφήστε το να σας ταξιδέψει.
Καλές αναγνώσεις!
