
Book Review: ΝΕΡΟ ΠΟΥ ΣΩΠΑΙΝΕΙ, της ΝΟΝΙΚΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥΔΑΚΗ, από εκδόσεις ΚΥΦΑΝΤΑ
8 Ιουνίου, 2026
Δικαιοσύνη, όχι εκδίκηση: Γιατί είμαι κατά της θανατικής ποινής
10 Ιουνίου, 2026
Σκοτεινός Σαρωνικός: ένα έγκλημα που χτίζεται κάτω από την επιφάνεια
Σήμερα θα σας μιλήσω για ένα βιβλίο που ξεφεύγει από τα όρια του απλού αστυνομικού. Είναι μια ιστορία με σαφείς κοινωνικές προεκτάσεις που σε τραβάει σιγά σιγά κάτω από την επιφάνεια, εκεί όπου ο βυθός δεν είναι ποτέ διάφανος.
Συνήθως ανεβάζω ξεκάθαρες κριτικές απόψεις, ωστόσο, επειδή το συγκεκριμένο το παρουσιάσαμε πριν από μερικές μέρες, θα ήθελα εκτός από το ίδιο το βιβλίο να πω και δυο λόγια για την ίδια τη συγγραφέα και για τον τρόπο που γνωριστήκαμε.
Πριν προχωρήσω όμως, θέλω να σταθώ για λίγο σε κάτι που, ίσως όχι τυχαία, συνδέεται με το βιβλίο. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Αν υπάρχει κάτι που πραγματικά εκτιμώ σε αυτά, είναι ότι μου έδωσαν τη δυνατότητα να γνωρίσω ανθρώπους που υπό άλλες συνθήκες δεν θα είχα συναντήσει ποτέ.
Μία από αυτές τις γνωριμίες ήταν και η Κία.
Και όχι, δεν ισχύει αυτό που λένε, ότι από τον γραπτό λόγο δεν μπορείς να καταλάβεις τι άνθρωπος είναι ο άλλος. Ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Ο τρόπος που γράφει, οι λέξεις που επιλέγει, δίνουν στίγμα.
Το κατάλαβα με την Κία από νωρίς. Έγραφε όχι απλώς για να απαντήσει, αλλά για να επικοινωνήσει. Έτσι, όταν μου ζήτησε να παρουσιάσω το καινούργιο της βιβλίο, δεν το σκέφτηκα ούτε λεπτό. Δεν ήξερα καν τι είδος είναι ή αν θα μου ταιριάξει. Αρκούσε ότι το είχε γράψει εκείνη.
Κι έρχομαι στο βιβλίο τώρα…
Ο Σκοτεινός Σαρωνικός ξεκινάει σαν ένα πολυπρισματικό αστυνομικό, αλλά στην ουσία είναι κάτι πιο ύπουλο: Μια ιστορία για εμμονές, μοναξιά και ανθρώπους που βρίσκονται εκτός τροχιάς πριν καν γίνει το έγκλημα.
Από νωρίς η Κία μας δίνει έξι βασικούς άξονες χαρακτήρων.
Η Ηώ είναι ο κεντρικός φακός μέσα από τον οποίο βλέπουμε την εξέλιξη των γεγονότων. Μια επιτυχημένη αρχιτέκτονας που μετακομίζει στη Σαρωνίδα, κουβαλώντας πίσω της ερωτικές απογοητεύσεις. Είναι η φίλη της χαμένης Ζώγιας και η προσωπική της αναζήτηση για την αλήθεια δίνει κίνηση στην πλοκή. Μέσα από την έρευνά της συνδέονται όλα τα κομμάτια του παζλ. Ο πόνος της δεν την ακινητοποιεί. Τον μετατρέπει σε κινητήρια δύναμη και τελικά γίνεται ο καταλύτης που οδηγεί στην αποκάλυψη.
Επόμενο έχουμε τον Οδυσσέα. Συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων – αυτή η μάστιγα – που βρίσκεται σε δημιουργική κρίση και καταφεύγει κι αυτός στη Σαρωνίδα, σε μια προσπάθεια να ξαναβρεί τον εαυτό του. Ο χαρακτήρας του λειτουργεί σχεδόν μετα-αφηγηματικά. Προσπαθεί να στήσει το τέλειο έγκλημα στο μυαλό του, ενώ γύρω του ενδέχεται ήδη να εκτυλίσσεται ένα πραγματικό. Σταδιακά, η φαντασία του και η πραγματικότητα αρχίζουν να συγχέονται επικίνδυνα.
Μετά έχουμε τον Αρίστο. Έναν πολύ ενδιαφέροντα δευτερεύοντα χαρακτήρα. Μαθηματικός και προγραμματιστής, κοινωνικά αποκομμένος, ζει σχεδόν σαν ερημίτης. Κάποια στιγμή αρχίζει να βλέπει τον κόσμο σαν ένα υπολογίσιμο μοντέλο. Αυτή η αντίληψη τον κάνει να παρατηρεί πράγματα που οι άλλοι αγνοούν και χωρίς να το επιδιώξει μπλέκεται καθοριστικά στην ιστορία.
Έχουμε επίσης τον Άλκη και τον Μίνωα, τα περίφημα ιερά τέρατα της αρχιτεκτονικής. Δύο άντρες με κύρος, φήμη και αισθητική άποψη. Γύρω τους υπάρχει ένα περιβάλλον εξουσίας και επαγγελματικής λάμψης, αλλά κάτω από την καλογυαλισμένη επιφάνεια κρύβεται κάτι πολύ σκοτεινό. Και έχει ενδιαφέρον να δει κανείς πώς το κύρος επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο τους αντιμετωπίζουν οι άλλοι.
Και στο φόντο υπάρχει ο δημοσιογράφος, ο Λεωνίδας Μάγκας –όνομα και πράγμα, που μέσα από την εκπομπή του μπλέκει πραγματικά εγκλήματα με τηλεοπτικό θέαμα, θολώνοντας τα όρια ανάμεσα στη δικαιοσύνη και το tv performance.
Άρτος και θεάματα, κυρίες και κύριοι. Ό,τι ακριβώς πουλάει σήμερα και κάνει τα μηχανάκια της AGB να παίρνουν φωτιά.
Αλλά ο Μάγκας δεν είναι μόνο ένας άνθρωπος που κατανοεί τη δύναμη των media. Είναι κι ένας άνθρωπος με πραγματικό πάθος για δικαιοσύνη. Αμείλικτος στην αναζήτηση της αλήθειας, αλλά και βαθιά πληγωμένος από την προσωπική του απώλεια.
Τέλος, έχουμε ακόμη έναν χαρακτήρα στο βιβλίο που τρυπώνει ύπουλα στην ιστορία. Η Σαρωνίδα.
Ο ανοιχτός ορίζοντας, το ηλιοβασίλεμα, η θαλάσσια υγρασία, τα σπίτια της παραλιακής αποκτούν σχεδόν υπνωτιστική παρουσία. Και εκεί βρίσκεται μία από τις μεγάλες αρετές του βιβλίου: ο Σαρωνικός δεν λειτουργεί σαν φόντο, αλλά σαν ζωντανός οργανισμός που αναπνέει μαζί με τους ήρωες.
Μέχρι εδώ όλα μοιάζουν σαν κλασικό crime setup, συμφωνείτε; Ε λοιπόν δεν είναι!
Και δεν είναι γιατί ο Σκοτεινός Σαρωνικός της Κίας Φιλιππίδου δεν βασίζεται μόνο στην αγωνία, στους όμορφους χαρακτήρες και τα ειδυλλιακά τοπία για να λειτουργήσει. Βασίζεται σε κάτι αισθητά πιο δύσκολο: στη δημιουργία ενός κόσμου που τραβά τον αναγνώστη μέσα του αργά, σταθερά και ύπουλα.
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, η συγγραφέας δεν μας βάζει απλώς σε μια ιστορία μυστηρίου αλλά μας ρουφά σαν κινούμενη άμμος σε μια ιδιαίτερη ψυχική κατάσταση.
Το βασικό twist του βιβλίου –όχι, δεν κάνω σπόιλερ– είναι ότι το έγκλημα δεν έρχεται απ’ έξω. Χτίζεται σταδιακά μέσα από τη διαδραστικότητα αυτών των ανθρώπων. Χτίζεται με υπομονή. Και κατ’ εμέ, αυτή ακριβώς η αργή συσσώρευση λεπτομερειών και των εντυπώσεων είναι που λειτουργεί περισσότερο υπέρ του και όχι οι μεγάλες του ανατροπές.
Διότι όταν φτάνουμε στην αποκάλυψη, δεν νιώθουμε ότι η συγγραφέας έβγαλε λαγό από το καπέλο. Συνειδητοποιούμε ότι τα ίχνη υπήρχαν εξαρχής. Ήταν όλα εκεί, απλώς είχαν καμουφλαριστεί τόσο έντεχνα, που περάσαμε από πάνω τους χωρίς να τα δούμε.
Μέχρι που τελικά μας ξεφούρνισε την αλήθεια.
Και φτάνοντας στο τέλος του βιβλίου, θέλω να πω ότι το φινάλε είναι για μένα από τα πιο πετυχημένα του σημεία. Όχι μόνο επειδή αποκαλύπτεται η αλήθεια και φωτίζεται κάθε σκοτεινή γωνιά της ιστορίας. Αλλά επειδή η Κία κάνει κάτι που δεν συνηθίζεται στην αστυνομική λογοτεχνία. Δεν το έκλεισε μετά την αποκάλυψη της αλήθειας. Το πήγε ένα βήμα παρακάτω.
Μας αφήνει να ρίξουμε μια κλεφτή ματιά τι γίνεται μετά. Και αυτό το μετά είναι το πιο οδυνηρό, αληθινό και βαθιά ανθρώπινο κομμάτι όλου του μυθιστορήματος.
Η αλήθεια έρχεται, αλλά δεν θεραπεύει τα πάντα.
Η δικαίωση έρχεται, αλλά δεν εξαφανίζει τον πόνο.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η πραγματική δύναμη του Σκοτεινού Σαρωνικού. Ότι δεν είναι δηλαδή απλώς μια ιστορία εγκλήματος αλλά μια ιστορία για ό,τι προηγείται του εγκλήματος και για ό,τι μένει μετά από αυτό.
Εν κατακλείδι, η Κία χρησιμοποίησε την αστυνομική φόρμα όχι για να κατασκευάσει έναν γρίφο, αλλά για να μιλήσει για ανθρώπους.
Για την ενοχή, τη ματαιοδοξία, την ανάγκη αποδοχής, τις σχέσεις που φθείρονται αθόρυβα και τις απώλειες που ανοίγουν πληγές που δεν κλείνουν ποτέ πραγματικά.
Κι έτσι, το βιβλίο δεν μένει στη λύση. Μένει στο αποτύπωμα. Και είναι ακριβώς αυτό που το κάνει να ξεχωρίζει.
Φυσικά και προτείνεται! Καλές αναγνώσεις!
Βρείτε το εδώ και καλή ανάγνωση.
*Η κριτική δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο διαδικτυακό περιοδικό fractal.gr.
