
Book Review: Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ, της LIZ MOORE, από εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ
5 Μαρτίου, 2026
Book Review: Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΤΩΝ ΤΕΤΡΑΔΙΩΝ, του GIANNI SOLLA, από εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
23 Μαρτίου, 2026
Ήθελα πολύ καιρό να γράψω αυτό το άρθρο, αλλά όλο το ανέβαλλα. Ξεκινούσα, έγραφα, έσβηνα, ξαναέγραφα. Τελικά αποφάσισα να το αφήσω να βγει όπως είναι.
Μήνες αφού είχα ολοκληρώσει την πρώτη μου νουβέλα “Ο Θεριστής τη Νύχτα”, και μετά από μια πολύ ωραία συζήτηση που είχα με κάποιον κύριο στην παραλία που έτυχε να ακούσει σε κουβέντα ότι είμαι συγγραφέας και με ρώτησε για το βιβλίο μου, έκανα τις παρακάτω σκέψεις και συνειδητοποιήσεις:
Καταρχάς, όταν κάποιος αποφασίζει να γράψει για ένα πραγματικό έγκλημα, είτε είναι φτασμένος συγγραφέας είτε πρωτοεμφανιζόμενος, όπως ήμουν εγώ, νομίζει συνήθως ότι ξεκινά μια απλή ερευνητική αποστολή. Έχει πιθανόν –εγώ τουλάχιστον την είχα– μια ρομαντική ιδέα για την διαδικασία συγγραφής: Διαβάζεις άρθρα, ψάχνεις αρχεία, κρατάς σημειώσεις, κάνεις εκείνο το πράγμα που κάνουν όλοι οι συγγραφείς. Τελικά όμως αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι πέφτεις σε μια μαύρη τρύπα πληροφοριών από την οποία δεν βγαίνεις ποτέ πραγματικά.
Στην αρχή βλέπεις μόνο τα δεδομένα. Ημερομηνίες, ονόματα θυμάτων, στοιχεία, τοποθεσίες, μαρτυρίες. Σαν να απλώνεις τα κομμάτια ενός παζλ πάνω στο γραφείο σου.
Και κάπου εκεί, σχεδόν ύπουλα, εμφανίζεται το πρώτο αγκάθι στο μυαλό σου: Αυτή δεν είναι μια απλή ιστορία. Είναι κάτι που συνέβη στ’ αλήθεια!
Γιατί πίσω από κάθε υπόθεση υπάρχει τουλάχιστον ένας άνθρωπος που πέθανε και μερικοί άλλοι που έμειναν πίσω να ζουν με την απώλειά αυτή. Και εκεί είναι που πλέον σου γίνεται κατανοητό πως δεν παίζεις απλώς με το υλικό της αφήγησης αλλά πατάς σε έδαφος που έχει ειδικό βάρος.
Κι εδώ τίθεται το μεγάλο ηθικό ερώτημα – πολύ άβολο, σας μιλώ ειλικρινά: Πού τελειώνει η αφήγηση και πού αρχίζει η εκμετάλλευση;
Το έγκλημα ασκεί μια περίεργη δύναμη, μια μαγική γοητεία μπορώ να πω, στους ανθρώπους. Έχει ένταση, μυστήριο, ανατροπή. Με δυο λόγια, έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που κάνουν μια ιστορία να τραβά. Αλλά όταν μιλάμε για πραγματικά γεγονότα, αυτή η ένταση δεν είναι απλώς δραματουργικό εργαλείο. Είναι ο πραγματικός πόνος κάποιου άλλου.
“Πού τελειώνει η αφήγηση και πού αρχίζει η εκμετάλλευση;”
Οπότε πρέπει να σταματήσεις και να αναρωτηθείς: «Αφηγούμαι για να κατανοήσω ή χωρίς να το θέλω, μετατρέπω μια τραγωδία σε θέαμα;»
Κι ακριβώς εκεί έρχεται να κουμπώσει το επόμενο ερώτημα. Και φαντάζομαι είναι αυτό ακριβώς που βασανίζει όσους γράφουν μυθοπλασία και ιδιαίτερα όσους γράφουν true crime: «Πόσο μπορώ να πειράξω τα πραγματικά στοιχεία;»
Η λογοτεχνία εξ’ ορισμού ζει από τη συμπύκνωση, τις αφαιρετικές κινήσεις, τις μικρές δραματουργικές… ατασθαλίες. Αλλά όταν το υλικό σου βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, τότε κάθε τέτοια απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία. Μπορείς να αλλάξεις μια λεπτομέρεια; Να αφαιρέσεις ή να προσθέσεις πρόσωπα; Να αποδώσεις κίνητρα που δεν αποδείχθηκαν ποτέ; Να αλλάξεις ημερομηνίες;
Θεωρητικά, ναι.
Πρακτικά όμως;
Η αλήθεια είναι πως κάθε τέτοια επιλογή είναι μια μικρή προσβολή στη μνήμη του πραγματικού γεγονότος.
Υπάρχει και μια ακόμη παγίδα, πιο ύπουλη ακόμα. Στις περισσότερες αφηγήσεις εγκλημάτων, ο δράστης καταλήγει να γίνεται ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας της ιστορίας. Έχει ψυχολογία, μυστήριο, σκοτεινό βάθος. Τα θύματα, αντίθετα, συχνά χωράνε σε μια παράγραφο. Ένα όνομα, μια ηλικία, μια δουλειά κι έξω από την πόρτα.
Έτσι δημιουργείται μια παράξενη –και άδικη αν με ρωτάτε– ανισορροπία: Ο άνθρωπος που προκάλεσε τη βία αποκτά μια σχεδόν μυθική παρουσία μέσα στην αφήγηση, ενώ τα θύματα περνούν σχεδόν απαρατήρητα. Και είναι ξεκάθαρα στο χέρι σου ως συγγραφέας εάν θα ακολουθήσεις αυτή τη δυναμική ή αν θα προσπαθήσεις να στρέψεις τον φακό προς τα θύματα, ώστε να γίνει γνωστή και η δική τους ιστορία.
Και φυσικά, μην ξεχνάμε ότι υπάρχει και το θέμα της απόστασης. Για να γράψεις, χρειάζεσαι ψυχραιμία και καθαρή ματιά. Πρέπει να μπορείς να δεις το υλικό σου ψυχρά, σαν παζλ. Αν όμως κρατήσεις υπερβολική απόσταση, κινδυνεύεις να χάσεις το ανθρώπινο στοιχείο. Αν πάλι πλησιάσεις υπερβολικά, κινδυνεύεις να σε ρουφήξει το συναίσθημα και να χάσεις την αντικειμενικότητά σου.
“Ο συγγραφέας περπατά σε τεντωμένο σχοινί. Και από κάτω δεν έχει δίχτυ.”
Με λίγα λόγια, ο συγγραφέας περπατά σε τεντωμένο σχοινί. Και από κάτω δεν έχει δίχτυ.
Εν τέλει όμως, γιατί μας ελκύουν τόσο τα πραγματικά εγκλήματα;
Ίσως γιατί προσπαθούμε να καταλάβουμε το σκοτεινό κομμάτι της ανθρώπινης φύσης.
Ίσως γιατί το κακό, όταν το κοιτάς από ασφαλή απόσταση, λειτουργεί σαν καθρέφτης των φόβων μας.
Ίσως πάλι γιατί ο άνθρωπος πάντα γοητευόταν από το μυστήριο.
Όπως και να ’χει, αυτός που αποφασίζει να γράψει για ένα πραγματικό έγκλημα δεν γράφει μια απλή αφήγηση. Γίνεται, θέλοντας και μη, διαχειριστής μνήμης.
Και αυτή η μνήμη δεν ανήκει μόνο στην ιστορία. Ανήκει σε ανθρώπους που υπήρξαν, έζησαν και πόνεσαν.
Δεν σημαίνει ότι τέτοιες ιστορίες δεν πρέπει να γράφονται. Κάθε άλλο. Αλλά όποιος αποφασίζει να τις γράψει καλό είναι να θυμάται κάτι:
Για τον συγγραφέα είναι αφήγηση.
Για κάποιον άλλον ήταν πραγματικότητα.
