
Book Review: ArC, του Σωτήρη Κατσιμίχα, από εκδόσεις Κύφαντα
30 Απριλίου, 2026
Αυτόπτης Μάρτυρας | Μυστήριο “κλειδωμένου δωματίου”
5 Μαΐου, 2026
Το Λονγκ Άιλαντ ξεκινά με μια πόρτα που χτυπά και με μια αποκάλυψη ικανή να τινάξει στον αέρα τη ζωή της Έιλις Λέισι, της ηρωίδας που γνωρίσαμε στο Μπρούκλιν. Ένας άγνωστος άντρας εμφανίζεται μπροστά της και της αποκαλύπτει ότι ο σύζυγός της, ο Τόνι, έχει αφήσει έγκυο τη γυναίκα του. Η αφετηρία μοιάζει, σε πρώτη ανάγνωση, να φλερτάρει με το μελόδραμα: άπιστος σύζυγος, εξώγαμη εγκυμοσύνη, ένας απατημένος άντρας που φέρνει τα κακά μαντάτα. Όμως ο Κολμ Τόιμπιν δεν ενδιαφέρεται για το σκάνδαλο καθαυτό. Τον ενδιαφέρει κυρίως η σιωπή που ακολουθεί την αποκάλυψη, όταν όλοι προσπαθούν να συνεχίσουν τη ζωή τους σαν να μη συνέβη τίποτα.
Η Έιλις στο μυθιστόρημα αυτό δεν εμφανίζεται ως η νεαρή μετανάστρια του Μπρούκλιν, αλλά ως γυναίκα μέσης ηλικίας, σύζυγος και μητέρα δύο παιδιών, εγκλωβισμένη μέσα στους κόλπους μιας ιταλοαμερικανικής οικογένειας, τόσο παρούσας και παρεμβατικής, που η θαλπωρή της θυμίζει ιδιοκτησιακό καθεστώς. Ο Τόιμπιν γράφει για την προδοσία, αλλά κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο οι οικογένειες αποφασίζουν συχνά για τα μέλη τους, βαφτίζοντας την παρέμβαση φροντίδα. Γράφει για τις σιωπές, τον φόβο, το πείσμα, τη ντροπή και την επιθυμία. Αν το Μπρούκλιν ήταν ένα μυθιστόρημα για τη μετανάστευση και το τίμημα του να φεύγεις, το Λονγκ Άιλαντ είναι ένα μυθιστόρημα για το κόστος των επιλογών όταν, είκοσι χρόνια μετά, έρχεται ο λογαριασμός. Με τόκο.
Όταν η Έιλις επιστρέφει στην Ιρλανδία, δεν επιστρέφει απλώς σε έναν τόπο, αλλά σε μια παγίδα μνήμης. Εκεί την περιμένουν άνθρωποι που συνέχισαν να ζουν χωρίς εκείνη, όχι όμως απαραίτητα χωρίς την ανάμνησή της. Όσα έμειναν μετέωρα και η παλιά ζωή που δεν έκλεισε ποτέ έρχονται ξανά στο προσκήνιο, θυμίζοντας πως οι εκκρεμότητες δεν κλείνουν, θα έρθει η ώρα που θα μας ζητήσουν τον λόγο.
Ο Tóibín δεν γράφει δυνατά. Αυτό πρέπει να το πούμε. Όποιος περιμένει ένα βιβλίο που θα τον αρπάξει και θα τον σύρει σε δραματικές κορυφώσεις, μάλλον θα απογοητευτεί. Η γραφή του είναι χαμηλόφωνη, ύποπτα ήρεμη. Η ένταση δεν βρίσκεται στις φωνές, αλλά στην απόσταση ανάμεσα σε αυτό που νιώθουν οι ήρωες και σε αυτό που τελικά επιτρέπουν στον εαυτό τους να δείξει.
Αν το βιβλίο έχει κάπου μια μικρή αδυναμία, αυτή βρίσκεται κυρίως στην αφετηρία του. Η αρχική αποκάλυψη είναι αρκετά δραματική και θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε μελό λύσεις. Ο Τόιμπιν, όμως, αποφεύγει αυτή την παγίδα. Δεν επενδύει στο σκάνδαλο, αλλά στις συνέπειές του. Δεν τον ενδιαφέρει να υψώσει τον τόνο, αλλά να παρακολουθήσει τι συμβαίνει όταν οι άνθρωποι καλούνται να συνεχίσουν να ζουν με κάτι που δεν μπορούν πια να αγνοήσουν. Ακόμη κι αν ορισμένοι δευτερεύοντες χαρακτήρες δεν έχουν το βάθος της Έιλις, το μυθιστόρημα παραμένει δυνατό, ακριβώς επειδή ξέρει πού πρέπει να εστιάσει.
Το τέλος έρχεται αιφνιδιαστικά και μένει ανοιχτό, ωστόσο ταιριάζει απόλυτα στη φύση του βιβλίου. Στο Λονγκ Άιλαντ ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να προσφέρει εύκολες λύσεις ή ηθική δικαίωση. Προτιμά να αφήσει τους χαρακτήρες του σε ένα σημείο όπου η ζωή παραμένει ανοιχτή, άβολη και αβέβαιη. Και θεωρώ πως ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, το τέλος του μοιάζει πιο έντιμο.
Θέλω να πω δυο κουβέντες και για τη μετάφραση της Μυρτώς Καλοφωλιά, που αποδίδει με φυσικότητα τη χαμηλόφωνη ένταση του Τόιμπιν. Κρατά τις αποχρώσεις, τις παύσεις και τα μισόλογα χωρίς να βαραίνει το κείμενο ή να το εξωραΐζει. Θεωρώ ότι είχε ένα δύσκολο έργο να φέρει σε πέρας αλλά τα κατάφερε με τον καλύτερο τρόπο.
Ολοκληρώνω λέγοντας πως το Λονγκ Άιλαντ είναι ένα μυθιστόρημα ώριμο, μελαγχολικό και υπόγεια κοφτερό. Δεν κάνει θόρυβο, αλλά αφήνει απόηχο. Είναι από τα βιβλία που θυμάσαι για καιρό μετά την ανάγνωση.
Θα το βρείτε εδώ και καλές αναγνώσεις.
