
Χωρίς Άντρες: Αλλάζουν τα πρόσωπα, αλλάζει και η εξουσία;
30 Μαρτίου, 2026
Book Review: ΔΡΑΚΟΥΛΑΣ, του BRAM STOKER, μεταφρ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, από εκδόσεις ΚΥΦΑΝΤΑ
2 Απριλίου, 2026
Πριν από λίγες μέρες η διαδικτυακή φίλη Tina_booktr έθεσε το ακόλουθο ερώτημα:
Πιστεύετε ότι μέσα στον κυκεώνα αναρτήσεων για βιβλία, σε όλα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η ελληνική λογοτεχνία προβάλλεται επαρκώς ή προβάλλονται περισσότερο ξένα έργα, όχι πάντα ιδιαίτερης ποιότητας ως προς τη γραφή και την πλοκή, τα οποία γίνονται viral λόγω καλού μάρκετινγκ και κατά συνέπεια μόδα; Υπάρχει μόδα στα βιβλία;
Από τη στιγμή που το διάβασα, η σκέψη δεν έφυγε από το μυαλό μου. Και κάπως έτσι ξεκίνησε αυτό το άρθρο.
Αν περιμένει κανείς μια καθαρή και δίκαιη εικόνα του τι αξίζει και τι όχι μέσα στα social, μάλλον κοιτάει στο λάθος μέρος. Τα social δεν είναι χώρος αξιολόγησης· είναι χώρος εντυπώσεων. Και οι εντυπώσεις, σχεδόν πάντα, υπακούουν σε νόμους διαφορετικούς από τη λογοτεχνική αξία ενός έργου.
Τα social δεν είναι χώρος αξιολόγησης· είναι χώρος εντυπώσεων
Και κάπου εδώ μπαίνει το ζήτημα της ξένης λογοτεχνίας, όχι απαραίτητα ως αντίπαλο δέος, αλλά ως σημείο αναφοράς. Δεν είναι όλα τα ξένα έργα υπερεκτιμημένα, ούτε όλα τα viral βιβλία κακής ποιότητας. Υπάρχουν εξαιρετικά δείγματα γραφής που δικαίως ξεχωρίζουν και ταξιδεύουν πέρα από σύνορα. Το πρόβλημα ξεκινά όταν η προβολή δεν βασίζεται στην αξία, αλλά στην ικανότητα ενός τίτλου να κουμπώσει σε μια τάση, να γίνει εύκολα περιεχόμενο, να καταναλωθεί γρήγορα, να αναπαραχθεί ακόμη γρηγορότερα και, εντέλει, να πουλήσει περισσότερο.
Η ελληνική λογοτεχνία δεν απουσιάζει. Αλλά δεν παίζει με τους ίδιους όρους. Τα περισσότερα ελληνικά βιβλία δεν έχουν πίσω τους μηχανισμούς μαζικής προώθησης, ούτε στρατηγικές δημιουργίας τάσεων όπως συμβαίνει με πολλά ξένα έργα. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αξιόλογες δουλειές μένουν σε πιο ήσυχες γωνιές του διαδικτύου, ενώ μέτρια ή και πρόχειρα γραμμένα βιβλία του ξένου ρεπερτορίου αποκτούν τεράστια ορατότητα απλώς επειδή είναι εύπεπτα, άμεσα και –το βασικότερο– καλά πακεταρισμένα.
Ό,τι γίνεται viral αξίζει;
Θα το πω ωμά. Το να είναι κάτι viral δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι και ποιοτικό –ούτε φυσικά ότι δεν είναι. Το virality είναι δείκτης αναπαραγωγιμότητας. Ό,τι μπορεί να συνοψιστεί σε ένα αισθητικό ποστ, ένα αναγνωρίσιμο μοτίβο, ένα «πώς θα σε κάνει να νιώσεις», έχει περισσότερες πιθανότητες να κυκλοφορήσει μαζικά. Αυτό ευνοεί συγκεκριμένα είδη γραφής –γρήγορα, συναισθηματικά φορτισμένα, συχνά προβλέψιμα– και αφήνει στην άκρη πιο απαιτητικά ή ιδιοσυγκρασιακά έργα.
Ό,τι μπορεί να συνοψιστεί σε ένα αισθητικό ποστ, ένα αναγνωρίσιμο μοτίβο, ένα «πώς θα σε κάνει να νιώσεις», έχει περισσότερες πιθανότητες να κυκλοφορήσει μαζικά.
Εδώ αξίζει να σταθούμε λίγο παραπάνω. Οι δύσκολοι καιροί που διανύουμε δεν είναι ουδέτεροι ως προς τις αναγνωστικές μας επιλογές. Όταν η καθημερινότητα πιέζει, η ανάγκη για άμεση διαφυγή γίνεται σχεδόν επιτακτική. Και εκεί ακριβώς πατά το μάρκετινγκ και οι άνθρωποι που το υπηρετούν. Δεν πουλάει απλώς ένα βιβλίο· πουλάει ένα συναίσθημα, μια εμπειρία χωρίς κόπο, μια υπόσχεση ότι «δεν θα χρειαστεί να σκεφτείς πολύ, απλώς να νιώσεις».
Και ναι, υπάρχει μόδα στα βιβλία. Πάντα υπήρχε, απλώς τώρα είναι πιο επιθετική και πιο γρήγορη. Σήμερα δεν μιλάμε απλώς για ρεύματα, αλλά για μικροτάσεις που γεννιούνται και πεθαίνουν μέσα σε λίγους μήνες, εβδομάδες, ακόμα και μέρες κάποιες φορές. Το ίδιο μοτίβο, η ίδια θεματική, ο ίδιος τύπος χαρακτήρα επαναλαμβάνεται μέχρι κορεσμού. Μετά αντικαθίσταται από τον επόμενο κύκλο. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά είναι επικίνδυνο αν το εκλάβει κανείς ως ένδειξη λογοτεχνικής αξίας.
Ποιος αποφασίζει τελικά τι διαβάζουμε;
Υπάρχει όμως ακόμη ένα ερώτημα το οποίο θεωρώ ότι είναι το πιο ενδιαφέρον απ’ όλα. Ποιος καθορίζει τι βλέπουμε; Αν η απάντηση είναι «ο αλγόριθμος του εκάστοτε μέσου», τότε η ελληνική λογοτεχνία δεν είναι απλώς υποεκπροσωπούμενη, είναι εντελώς εκτός προτεραιοτήτων, εκτός κάδρου. Αν όμως η απάντηση είναι «οι ίδιοι οι αναγνώστες», τότε υπάρχει και μια ευθύνη και –ναι– μια ελπίδα. Γιατί η ορατότητα δεν είναι μόνο θέμα marketing, είναι και θέμα επιλογών.
Οπότε το ζήτημα δεν είναι αν υπάρχει μόδα. Η μόδα υπάρχει στα πάντα. Υπήρχε πάντα και θα συνεχίσει να υπάρχει. Το ζήτημα είναι αν κάποιος είναι διατεθειμένος να διαβάσει πέρα από αυτήν. Και τότε είναι που θα αρχίσει η πραγματική διαφοροποίηση.
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στον διαδικτυακό χώρο πολιτισμού comfort-zone.gr.
