
✍️Εν ριπή μολυβιού: Μικρά αλλά θαυματουργά!
18 Οκτωβρίου, 2026
«Γεια», μου λέει.
«Γεια», της απαντώ κι ας μην ξέρω ποια είναι.
Την κοιτώ καλύτερα και μια αναλαμπή σκάει μέσα στο μυαλό μου. Το ξέρω αυτό το πρόσωπο.
Όχι, όχι, μη μου πείτε ποια είναι, αφήστε με λίγο, το ξέρω. Θα το θυμηθώ. Μη μου πείτε.
Κάθεται απέναντί μου και περιμένει. Έχει αφήσει την τσάντα της στο πάτωμα. Τα χέρια της ακουμπούν στα γόνατά της. Τα κοιτάζω. Κάτι θυμάμαι από τα χέρια της. Ανοίγω το στόμα και το ξανακλείνω. Εκείνη χαμογελάει και τεντώνει τα δάχτυλά της. Μα τι κάνει; Μου τα δείχνει;
Με ένα νεύμα του κεφαλιού δείχνει προς τα δικά μου χέρια. Τα κοιτώ. Μετά κοιτώ τα δικά της. Και ξανά τα δικά μου. Και μετά πάλι τα δικά της. Μοιάζουν; Όχι, δεν μοιάζουν, είναι ίδια!
Είχα ένα χαρτάκι με ονόματα. Το έκρυψα, Δεν θυμάμαι πού. Τώρα όμως θα ήθελα να το έχω κοντά μου, αλλά να μη φαίνεται. Να θυμηθώ το όνομά της. Να μην καταλάβει ότι δεν θυμάμαι ποια είναι. Όλο τέτοια κάνω τώρα τελευταία. Κρύβω τα χαρτάκια μου και ύστερα δεν μπορώ να βρω πού τα έβαλα.
Μερικές φορές θυμάμαι αυτό που έπρεπε να έχω θυμηθεί, μόνο που όταν το θυμάμαι είναι πλέον πολύ αργά. Έχουν φύγει όλοι και δεν υπάρχει κανείς να με ακούσει. Τότε το λέω δυνατά μέσα στο δωμάτιο. Το λέω δυο και τρεις φορές, μερικές φορές και τέσσερις και πέντε και δέκα. Να, με ακούτε; Το ήξερα. Ελάτε πίσω, το ήξερα. Το ξέρω.
Με ρωτάνε αν έφαγα. Λέω πάντα ναι, από συνήθεια. Μετά κοιτάζονται μεταξύ τους. Μπορεί και να έφαγα, μπορεί και όχι. Δεν ξέρω. Βλέπω που κοιτάζονται και καταλαβαίνω πως δε με πιστεύουν. Αυτό το καταλαβαίνω ακόμη. Και ακούω όταν χαμηλώνουν τη φωνή τους. Θα ήθελα να τους πω πως μπορούν να με ρωτήσουν. Πως φοβάμαι κι εγώ. Περισσότερο όταν σηκώνομαι να κάνω κάτι και μένω όρθια στη μέση του δωματίου, χωρίς να ξέρω τι με έφερε ως εκεί ή που βρίσκομαι. Ύστερα κάθομαι, για να μη με βρουν έτσι. Ή όταν ξεκινώ να πω κάτι και οι λέξεις βγαίνουν μπερδεμένες από το στόμα μου. Τόσο που ούτε και εγώ δεν βγάζω νόημα. Περιμένω μήπως μου έρθει κι όταν δεν έρχεται βάζω τα γέλια δήθεν ότι έκανα σαρδάμ κι αλλάζω κουβέντα.
Η γυναίκα απέναντί μου με ρωτάει αν θέλω να μου καθαρίσει ένα μήλο. Γνέφω ναι. Θέλω να μείνει λίγο ακόμη, μήπως θυμηθώ ποια είναι.
Παίρνει το μαχαίρι και αρχίζει να το καθαρίζει, κι εγώ προσπαθώ να σκεφτώ κάτι να της πω, κάτι που δε θα την αναγκάσει να με διορθώσει. Έξω έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει. Της λέω να ανάψει το φως. Ύστερα, πριν προλάβει να σηκωθεί, της πιάνω το χέρι με λαχτάρα.
«Κοριτσάκι μου» ξεχύνεται ο λυγμός από μέσα μου, «κορούλα μου αγαπημένη».
![]()
Υ.Γ. Η φωτογραφία αλιεύτηκε στο διαδίκτυο
©Γιώτα Βασιλείου, Οκτώβριος 2026
