
Η φωνή της πιάτσας στους «Παράλληλους Κύκλους»
18 Ιουνίου, 2026
Καλοκαιρινός Διαγωνισμός με δώρο 3 αντίτυπα των “Παράλληλων Κύκλων”
19 Ιουνίου, 2026
Κάποιες φορές, η ζωή μας αφήνει να ρίξουμε μια ματιά μέσα από μια μικρή χαραμάδα. Αυτή δεν είναι αρκετά μεγάλη για να περάσουμε, αλλά μας δίνει τη δυνατότητα να φανταστούμε τι υπάρχει από την άλλη πλευρά. Μια πρόσκληση, μια σύμπτωση, μια πόλη που ζήσαμε ή ένα ταξίδι που κάναμε μπορεί ξαφνικά να ξυπνήσει μέσα μας μια παλιά εκδοχή του εαυτού μας. Εκείνη που ίσως είχε φύγει, είχε ξεκινήσει από την αρχή ή είχε πει το μεγάλο «ναι» σε μια διαφορετική πορεία.
Όταν αυτή η χαραμάδα κλείνει, μαζί με την ανακούφιση έρχεται συχνά και μια ανεξήγητη θλίψη. Γιατί να νιώθουμε λύπη για κάτι που δεν είχαμε ποτέ; Ίσως επειδή, έστω και για λίγο, το είχαμε φανταστεί. Ό,τι φανταζόμαστε δεν είναι πραγματικότητα, αλλά δεν είναι και ανύπαρκτο. Είναι σαν μια αόρατη βιογραφία. Ένα δέντρο που δεν μεγάλωσε, αλλά άφησε μέσα μας ρίζα.
Εδώ νομίζω πως ξεκινά η πιο ουσιαστική σχέση αυτού του συναισθήματος με τη συγγραφή. Η γραφή μας δίνει τη δυνατότητα να μιλήσουμε με ζωές που δεν ζήσαμε, χωρίς να χάνουμε τη δική μας. Τις φέρνουμε στο χαρτί και τις χαρίζουμε σε ήρωες και ηρωίδες, που μπορούν να δοκιμάσουν όσα ο συγγραφέας ζει μέσα του περισσότερες από μία ζωές. Μπορεί να γίνει παιδί ή ηλικιωμένος, θύτης ή θύμα, ερωτευμένος ή προδομένος. Κρατά στα χέρια του επιλογές που δεν έκανε ποτέ και ίσως, μέσα από αυτές, βρίσκει μια γενναιότερη πλευρά του εαυτού του.
Η μυθοπλασία δεν είναι μόνο ένας τρόπος να ξεφεύγουμε από την πραγματικότητα, αλλά και ένας τρόπος να την αντέχουμε. Μέσα από το γράψιμο μπορούμε να γίνουμε η γυναίκα που έφυγε, ο άντρας που έμεινε, το παιδί που δεν μίλησε, αυτός που εκδικήθηκε ή εκείνη που συγχώρεσε.
Η γραφή μας δίνει τη δυνατότητα να μιλήσουμε με ζωές που δεν ζήσαμε, χωρίς να χάνουμε τη δική μας.
Και μετά έρχεται ο αναγνώστης. Το θαύμα της λογοτεχνίας δεν τελειώνει όταν ο συγγραφέας ολοκληρώνει το βιβλίο, αλλά όταν κάποιος το ανοίγει και αφήνει μια ξένη ζωή να τον αγγίξει. Όταν διαβάζουμε, δεν παρακολουθούμε απλώς φανταστικούς χαρακτήρες. Ίσως γι’ αυτό αγαπάμε τόσο τα βιβλία. Όχι μόνο επειδή μας ταξιδεύουν, αλλά επειδή μας δίνουν τη δυνατότητα να ζήσουμε διαφορετικά, χωρίς να χάσουμε τον εαυτό μας. Μπορούμε να κοιτάξουμε την άβυσσο χωρίς να πέσουμε και να γνωρίσουμε πλευρές του εαυτού μας που στην πραγματική ζωή ίσως δεν θα τολμούσαμε να πλησιάσουμε.
Οι ζωές που δεν ζήσαμε μας θλίβουν γιατί είναι φτιαγμένες από δικά μας κομμάτια: από ανεκπλήρωτες επιθυμίες και όνειρα, από φόβους κι ευθύνες που μας κράτησαν πίσω, από επιλογές που κάποτε έμοιαζαν σωστές και αργότερα αποδείχθηκαν επώδυνες ή λανθασμένες.
Πιστεύω πως είναι προτιμότερο να μετανιώνει κανείς για κάτι που τόλμησε να κάνει, παρά για κάτι που δεν τόλμησε ποτέ. Ίσως γιατί η πράξη, ακόμη κι όταν αποτύχει, αφήνει πίσω της εμπειρία. Η απραξία, αντίθετα, αφήνει ένα ερώτημα να αιωρείται: «Κι αν;»
Αυτό είναι το δύσκολο και το ανθρώπινο μαζί. Μπορούμε να αγαπάμε τη ζωή μας και ταυτόχρονα να νιώθουμε το βάρος όσων δεν χώρεσαν σε αυτήν.
Η συγγραφή δεν εξαφανίζει τη θλίψη για τις ανεκπλήρωτες ζωές. Δεν λειτουργεί σαν παυσίπονο. Της δίνει όμως μορφή και τη μετατρέπει σε ιστορία.
Ίσως τελικά δεν γράφουμε μόνο για όσα ζήσαμε, αλλά και για όσα δεν ζήσαμε ποτέ. Ίσως διαβάζουμε για τον ίδιο λόγο: επειδή η μία ζωή που έχουμε είναι πολύτιμη, αλλά η φαντασία μας δεν θέλει να περιοριστεί σε μία μόνο εκδοχή της.
Γι’ αυτό η λογοτεχνία είναι τόσο απαραίτητη για εμάς. Δεν μας προσφέρει μόνο άλλους κόσμους. Μας επιστρέφει όλους τους πιθανούς εαυτούς μας.
*H φωτογραφία είναι δημιουργία Τ.Ν.
