
Book Review: ΛΟΝΓΚ ΑΪΛΑΝΤ του COLM TÓIBÍN, από εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ
2 Μαΐου, 2026
Book Review: ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗΣ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ, της DANIELLE VALENTINE, από εκδόσεις BELL
6 Μαΐου, 2026
Το πρωινό ξημέρωνε αργά πάνω από τη μικρή εγγλέζικη συνοικία. Η ομίχλη είχε απλωθεί χαμηλά, ακουμπώντας απαλά τους ξερολιθικούς φράχτες και τα στενά μονοπάτια. Τα σπίτια, όλα πέτρινα και σχεδόν όμοια, έμοιαζαν να αναπνέουν συγχρονισμένα μέσα στην ψυχρή υγρασία.
Στο νούμερο 1047, ο κισσός είχε αγκαλιάσει τους τοίχους τόσο σφιχτά που σε ορισμένα σημεία έκρυβε ακόμα και την πέτρα. Τα μεγάλα παράθυρα, με τα λευκά τους πλαίσια, κρατούσαν ακόμη κλειστά τα βλέφαρά τους. Ένα από τα επάνω φύλλα είχε μείνει ελάχιστα ανοιχτό – κάποιος είχε ξεχάσει να το κλείσει μάλλον τη νύχτα.
Ο κήπος ήταν από τους πιο περιποιημένους της περιοχής. Κίτρινα λουλούδια έγερναν ελαφρά προς το φως, το λιθόστρωτο στο μονοπάτι ήταν καθαρό, η πράσινη πόρτα στεκόταν κλειστή, αδιατάραχτη.
Μέχρι που την άνοιξε η Μαίρη η παραδουλεύτρα, με το κλειδί της, όπως κάθε πρωί. Μπήκε μέσα λύνοντας την κορδέλα του καπέλου της φωνάζοντας το όνομα της κυράς της:
«Κυρία ήρθα. Καλημέρα».
Η γειτονιά ξυπνούσε με ήχους συνηθισμένους, καθημερινούς. Μακρινό τρίξιμο των τροχών κάποιας φορτωμένης άμαξας. Ένα παράθυρο που άνοιξε. Κάποιο πουλί που δοκίμαζε τη φωνή του.
Και ύστερα… ύστερα ακούστηκε το ουρλιαχτό.
Η Μαίρη πετάχτηκε έξω από το σπίτι με το καπέλο της να κρέμεται μισολυμένο από το λαιμό της και τα μαλλιά της ξέπλεκα, να ανεμίζουν στον αέρα. Ούρλιαξε ξανά.
Δεν ήταν απλή κραυγή. Ήταν ήχος που ξεκίνησε από τα μύχια της ψυχής της, σχεδόν ζωώδης, Ανέβηκε ορμητικός και έσπασε σε κοφτούς λαρυγγισμούς.
Ο επιθεωρητής Έντουαρντ Χάρλοου έφτασε στο νούμερο 1047 λίγο πριν τις οκτώμιση. Η ομίχλη δεν είχε ακόμη διαλυθεί πλήρως και τα βήματά του πάνω στο λιθόστρωτο ακούγονταν υπερβολικά καθαρά μέσα στη σιωπή που είχε πέσει βαριά στη γειτονιά.
Οι περίοικοι είχαν ήδη συγκεντρωθεί –άλλοι με πρόχειρες, λεπτές ρόμπες με το κρύο να τους διαπερνά, άλλοι τυλιγμένοι σε βαριά παλτά– και παρακολουθούσαν με καρφωμένο βλέμμα όσα εκτυλίσσονταν μπροστά τους. Η υγρασία τρυπούσε τα κόκαλα, κι όμως κανείς δεν έκανε πίσω· κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να χάσει ούτε στιγμή από το θέαμα.
Ο Χάρλοου στάθηκε για μια στιγμή μπροστά στην πράσινη πόρτα. Παρατήρησε τον κισσό, τα παράθυρα, το επάνω παντζουρόφυλλο που είχε μείνει ελάχιστα ανοιχτό. Σημείωσε την λεπτομέρεια χωρίς να τη σχολιάσει.
Μέσα, το σπίτι μύριζε σίδερο. Ζεστό σίδερο που είχε αρχίσει να κρυώνει. Η ματιά του έπεσε πάνω στην ξυλόσομπα που βρισκόταν στο κέντρο του δωματίου.
Το καθιστικό ήταν τακτοποιημένο. Οι κουρτίνες μισόκλειστες. Το φως του πρωινού έμπαινε λοξά και σταματούσε πάνω στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο.
Η γυναίκα καθόταν ακόμη εκεί.
Ο Χάρλοου δεν πλησίασε αμέσως. Έβγαλε τα γάντια του από την τσέπη, τα φόρεσε με αργές, μεθοδικές κινήσεις και μόνο τότε έκανε δύο βήματα μπροστά.
Ο λαιμός της είχε ανοίξει από άκρη σε άκρη με μια γραμμή τόσο λεπτή που, αν δεν υπήρχε το αίμα που πότιζε το χαλί κάτω από τα πόδια του, θα μπορούσε κανείς να τη μπερδέψει με σκιά. Η τομή δεν είχε δισταγμό. Ήταν ολόισια σαν ξυραφιά. Εκτός από ένα σημείο που έλειπε λίγο δέρμα.
«Δεν υπήρξε πάλη», μουρμούρισε.
Τα χέρια της γυναίκας ακουμπούσαν ήρεμα στα μπράτσα της πολυθρόνας. Τα νύχια της ήταν καθαρά. Κανένα ίχνος άμυνας. Κοίταξε το σκούρο ρούχο της· ήταν διάστικτο από λευκές τρίχες. Το βλέμμα του συνέχισε να περιπλανάται στον χώρο. Κανένα σπασμένο αντικείμενο. Το φλιτζάνι στο τραπέζι δίπλα της άθικτο, τα έπιπλα στη θέση τους.
«Η πόρτα ήταν κλειδωμένη», είπε ο νεαρός αστυφύλακας πίσω του. «Η παραδουλεύτρα άνοιξε με το δικό της κλειδί».
Ο επιθεωρητής έγνεψε.
Έσκυψε κοντά στον λαιμό. Παρατήρησε την ευθύτητα της γραμμής. Το βάθος της. Το σημείο όπου είχε διακοπεί η ζωή με μία κίνηση.
«Όπλο;» ρώτησε.
«Κανένα μέχρι στιγμής, κύριε».
Ο Χάρλοου ίσιωσε το σώμα του και άφησε το βλέμμα να περιπλανηθεί στο δωμάτιο. Τότε την είδε.
Η γάτα βρισκόταν στο περβάζι. Ολόλευκή. Ακίνητη. Καθόταν με τα μπροστινά της πόδια κουλουριασμένα κάτω από το σώμα της.
Το ζώο δεν έδειχνε φόβο. Ούτε επιθετικότητα. Μόνο παρατηρούσε τους άντρες.
Ο επιθεωρητής πλησίασε αργά. Η γάτα δεν κουνήθηκε. Μόνο τα μάτια της – το ένα πράσινο του σμαραγδιού, το άλλο μπλε του κοβαλτίου, ανοιχτά και καθαρά, ακολούθησαν στενά την κίνησή του.
«Δικές της είναι οι τρίχες που έχει στο φόρεμά της», επισήμανε φέρνοντας το πρόσωπό του κοντά σε αυτό της γάτας.
Το αιλουροειδές τότε, νιώθοντας την κίνηση τραβήχτηκε ελαφρώς προς τα πίσω συρίζοντας.
«Χχχχσσς».
Ο Χάρλοου ίσιωσε απότομα το κορμί του κι απομακρύνθηκε γρήγορα, αφήνοντας την γάτα να επανέλθει στην πρότερη θέση της.
«Δεν γίνονται φίλοι αυτοί οι διάβολοι κύριε», είπε ο αστυφύλακας, που είχε άσχημη πείρα με γάτες στο παρελθόν.
«Σημάδια διάρρηξης σε κάποιο από τα παράθυρα ή την πίσω πόρτα;» βιάστηκε να ρωτήσει ο επιθεωρητής ισιώνοντας την γραβάτα του.
«Απολύτως τίποτα κύριε. Όλα είναι ασφαλισμένα από μέσα»
«Στον επάνω όροφο παρατήρησα ένα ανοιχτό παντζούρι όμως».
«Η παραδουλεύτρα είπε ότι η μακαρίτισσα το ήθελε έτσι γιατί αλλιώς δεν μπορούσε να ξυπνήσει το πρωί, αν ήταν πολύ σκοτάδι», εξήγησε ο νεαρός.
«Μμμμ…» μουρμούρησε ο Χάρλοου. «Ρωτήσατε τους γείτονες αν άκουσε ή αν είδε κανείς κάτι;»
«Μάλιστα κύριε. Κανείς, τίποτα».
«Άρα λοιπόν, η μοναδική αυτόπτης μάρτυς που έχουμε είναι η ψιψίνα εδώ», σχολίασε ο επιθεωρητής βαδίζοντας ξανά προς την γάτα.
Στάθηκε σε ασφαλή απόσταση από το ζώο, έπλεξε τα χέρια του στο στέρνο του και με το κεφάλι στο πλάι το κοίταξε σαν να περίμενε από το αιλουροειδές να του δώσει τη λύση στο μυστήριο.
Εκείνη την ώρα μπήκαν δυο τραυματιοφορείς για να παραλάβουν τη σωρό.
«Εκεί είναι» τους είπε ο Χάρλοου δείχνοντας το πτώμα με το κεφάλι του και πήγε προς την έξοδο.
«Πίπινς μόλις την πάρουν βάλε φαΐ και νερό στο ζωντανό – μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε με αυτό, ασφάλισε τον χώρο και έλα στο τμήμα», είπε στον νεαρό αστυφύλακα που τον χαιρέτησε στρατιωτικά αποδεχόμενος την εντολή.
Μερικά λεπτά αργότερα, το σπίτι είχε παραδοθεί στη σιωπή.
Η γάτα ξετύλιξε αργά το λευκό της σώμα και τεντώθηκε, σαν να ξυπνούσε από βαθύ ύπνο. Τα νύχια της γλίστρησαν έξω από τους θύλακες, λεπτά, κυρτά, άψογα.
Άρχισε να γλείφει τις πατούσες της αργά, μεθοδικά. Το αίμα είχε στεγνώσει σε σκούρες ραβδώσεις ανάμεσα στα μαξιλαράκια. Ένα λεπτό ινώδες κομμάτι είχε μπλεχτεί σε ένα από τα δεξιά της νύχια.
Το δάγκωσε απαλά.
Το κράτησε για μια στιγμή ανάμεσα στα δόντια της.
Το κατάπιε.
Σταμάτησε.
Σήκωσε το κεφάλι της.
Κοίταξε προς την πολυθρόνα που είχε αδειάσει.
Έπειτα γύρισε το βλέμμα της προς τον επάνω όροφο.
Τα ετερόχρωμα μάτια της στένεψαν ελάχιστα, σαν να εστίαζαν σε κάτι πολύ μακριά.
Η γάτα έμεινε να κοιτάζει εκεί, ακίνητη, σαν να περίμενε κάτι να επιστρέψει.
Ύστερα, πολύ αργά, έγειρε το κεφάλι της στο πλάι.
Ακριβώς όπως είχε γείρει και το κεφάλι της γυναίκας στην πολυθρόνα.
Τρεις εβδομάδες αργότερα, ο επιθεωρητής Χάρλοου καθόταν μόνος στο γραφείο του.
Ο φάκελος της υπόθεσης της οδού Άρλινγκτον 1047 ήταν ανοιχτός μπροστά του. Όλες οι λεπτομέρειες ήταν τακτοποιημένες. Καταθέσεις γειτόνων, αναφορά ιατροδικαστή. Καμία ένδειξη διάρρηξης. Καμία ένδειξη αυτοχειρίας. Κανένα όπλο.
Η τομή περιγραφόταν με μία φράση: «Καθαρή, ενιαία, ακριβείας».
Ο Χάρλοου είχε υπογραμμίσει τη λέξη Ακριβείας.
Στο κάτω μέρος της σελίδας, σχεδόν αφηρημένα, είχε σημειώσει με μολύβι: «Ποιος;»
Η γάτα είχε δοθεί προσωρινά στην παραδουλεύτρα μέχρι να αποφασιστεί η τύχη της περιουσίας της μακαρίτισσας. Σύμφωνα με την κατάθεση, το ζώο ήταν ήρεμο και δεν παρουσίαζε επιθετικές συμπεριφορές.
Ο επιθεωρητής έκλεισε τον φάκελο αναστενάζοντας απογοητευμένος. Πρώτη φορά του τύχαινε τέτοια υπόθεση.
Σηκώθηκε.
Πλησίασε το παράθυρο του γραφείου του.
Η βραδιά είχε πέσει νωρίς. Ο δρόμος ήταν σχεδόν άδειος.
Για μια στιγμή, ένιωσε κάτι που δεν ταίριαζε με τη λογική του. Μια ενόχληση που του τριβέλιζε το μυαλό.
Έστρεψε το βλέμμα του στην απέναντι κατοικία.
Σε ένα από τα παράθυρα του επάνω ορόφου, μια λευκή μορφή καθόταν στο περβάζι.
Ακίνητη.
Τα μάτια της αντανακλούσαν το φως του δρόμου.
Το ένα πράσινο.
Το άλλο μπλε.
Ο Χάρλοου έμεινε να την κοιτάζει.
Η γάτα δεν κινήθηκε.
Μόνο έγειρε ελαφρά το κεφάλι της στο πλάι.
Ακριβώς στην ίδια κλίση.
Ο επιθεωρητής έκανε μισό βήμα πίσω.
Όταν ξανακοίταξε, το περβάζι ήταν άδειο.
![]()
Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι δημιουργία προγράμματος τεχνητής νοημοσύνης
©Γιώτα Βασιλείου, Απρίλιος 2026
