
Book Review: H TEXNH TOY ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ – ΔΑΜΑΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, του ΜΑΚΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ, από εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ
11 Φεβρουαρίου, 2026
Στο σύμπαν του Θεριστή – Francis Thompson
12 Φεβρουαρίου, 2026
Το χαρτί γράφει ρητά ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ.
Το διαβάζω ξανά και ξανά. Τρεις φορές. Τέσσερις. Πέντε. Όχι επειδή δεν ξέρω τη λέξη αλλά μπας και το χωνέψω. Επειδή Για μια στιγμή σκέφτομαι μήπως δεν είναι για μένα. Μήπως έκαναν λάθος. Μήπως βλέπω κάποιον εφιάλτη. Μετά με πιάνει ο πόνος στο γόνατο και στη ράχη και τότε καταλαβαίνω πως ό,τι βλέπω είναι αλήθεια.
Ο πόνος δεν κάνει λάθη.
Σηκώνομαι.
Κάθομαι.
Ξανασηκώνομαι.
Κάθομαι και πάλι.
Το κεφάλι μου γυρίζει. Ο πόνος εισβάλει στο σώμα μου απ’ όλες τις πλευρές και το κουρσεύει. Το τραπέζι είναι γεμάτο χαρτιά αλλά δεν θυμάμαι πότε τα άπλωσα.
Τα γυαλιά μου. Που είναι τα γυαλιά μου; Ανακατεύω τα χαρτιά. Σηκώνω τα ντοσιέ. Τους φακέλους. Συνειδητοποιώ ότι τα φορώ ήδη.
Ο πανικός με έχει κυριεύσει.
ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ.
Τα κοιτάζω ένα προς ένα. Ημερομηνίες. Υπογραφές. Σφραγίδες. Χαρτιά από δεκαετίες πριν. Σε όλα αυτά υπάρχει το όνομά μου, αλλά όχι εγώ. Εγώ είμαι αλλού. Εγώ είμαι έξω από το σώμα, που σήμερα δεν συνεργάζεται.
Πονάω; Ναι.
Πονάω αρκετά; Δεν ξέρω. Πώς είναι το “αρκετά”; Πόσο είναι το “αρκετά”;
Πονάω όπως πονάω κάθε μέρα. Αλλά αυτό δεν είναι απάντηση, είναι; Θέλουν κάτι πιο συγκεκριμένο. Κάτι που να φαίνεται. Αναρωτιέμαι πώς να τους εξηγήσω. Πώς να το πω για να ακουστεί σωστό. Όχι υπερβολικό. Όχι λίγο. Να καταλάβουν. Να πιστέψουν.
Θυμάμαι μια από τις προηγούμενες επιτροπές. Ήταν σε ένα γραφείο. Κάποιος με κοίταξε πάνω από τα γυαλιά του και μου είπε «δεν φαίνεστε τόσο άσχημα». Δεν θυμάμαι ποιος ήταν. Θυμάμαι όμως ότι χαμογέλασα. Πάντα χαμογελάω. Είναι αντανακλαστικό. Σαν να βοηθάει. Σαν να λέει «μην ανησυχείτε, δεν θα σας κουράσω».
Πώς είναι το “άσχημα”; Πόσο είναι το “άσχημα”;
Σηκώνομαι για να πάω να πιώ λίγο νερό. Ξεχνάω γιατί σηκώθηκα. Το παθαίνω όλο και πιο συχνά τελευταία αυτό. Μένω όρθια για λίγο. Το σώμα βαραίνει. Το αφήνω να πέσει στην καρέκλα μου.
Μήπως την ημέρα της επιτροπής να φορέσω κάτι φαρδύ; Κάτι που να δείχνει χαχόλικο επάνω μου; Να μη με κολακεύει; Και να μην έχω πάρει δυο τρεις μέρες τα φάρμακά μου. Να βρίσκομαι σε πλήρη υποτροπή.
ΡΕ, ΟΧΙ! Θυμώνω με τον εαυτό μου που το σκέφτηκα.
Μετά το ξανασκέφτομαι.
Πότε έγινε όλο αυτό δουλειά μου; Πότε έγινε υποχρέωσή μου να αποδείξω ότι δεν είμαι καλά; Δεν θυμάμαι την αρχή. Θυμάμαι μόνο ότι κάποια στιγμή σταμάτησα να εξηγώ και άρχισα να προσκομίζω έγγραφα αντί να μιλάω με ανθρώπους. Έστελνα φακέλους και συμπλήρωνα αιτήσεις αντί να ανταλλάσσω λόγια.
Για μια στιγμή ‒ελάχιστη‒ ντρέπομαι. Όχι για εμένα τόσο, όσο για αυτούς που με κάνουν να σκέφτομαι έτσι. Μήπως όντως δεν είναι τόσο σοβαρό; Μήπως θα έπρεπε να τα καταφέρνω. Μήπως είμαι ικανή για δουλειά και δεν χρειάζομαι τα επιδόματα; Η σκέψη έρχεται και κάθεται σαν ξένο σώμα. Τη διώχνω, αλλά αφήνει ίχνος. Αυτό είναι το χειρότερο. Όχι ότι αμφιβάλλουν αυτοί για εμένα. Ότι αρχίζω να αμφιβάλλω εγώ η ίδια για τον εαυτό μου.
Μαζεύω τα χαρτιά. Όχι με προσοχή. Μηχανικά.
ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ.
Σε λίγες εβδομάδες θα πάω. Θα περιμένω στην ουρά, κι ας έχω ραντεβού. Θα απαντήσω στις ίδιες ερωτήσεις. Θα δείξω τα ίδια χαρτιά. Θα σταθώ όρθια όσο αντέχω. Κανείς δεν θα μου πει να καθίσω. Κάποια στιγμή θα το ζητήσω μόνη μου. Θα στραβώσουν λίγο. Μετά θα δείξουν την καρέκλα και θα πουν «φυσικά».
Έτσι γίνεται. Το κάνω χρόνια. Same shit. Different day. Και το σώμα μου εδώ, κάθε φορά, να πρέπει να το αποδείξει.
![]()
Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι δημιουργία προγράμματος τεχνητής νοημοσύνης
©Γιώτα Βασιλείου, Ιανουάριος 2026
