
IAN S. COSMATOS: Όταν η αρχαιολογία συναντά το έγκλημα και την τεχνητή νοημοσύνη
26 Ιουνίου, 2026
Book Review: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΓΡΑΜΜΕΣ, του FÉLIX FÉNÉON, από εκδόσεις ΕΡΜΑ
28 Ιουνίου, 2026 
Η παλιά Honda XR400 τσούλησε τρίζοντας το σκοτεινό στενό με τη μηχανή σβηστή. Ο αναβάτης ‒ένας τύπος εικονογραφημένος μέχρι τα αυτιά –κυριολεκτικά– κυρτός πάνω από το τιμόνι, υποβοηθούσε την κίνηση με τα πόδια του.
Έφτασε στο προκαθορισμένο σημείο κατέβασε το νύχι και άραξε τη μηχανή κάτω από ένα δέντρο απέναντι κι ελαφρώς διαγώνια από το μικρό ψιλικατζίδικο με την ξεθωριασμένη φωτεινή ταμπέλα που έγραφε «ΨΙΛΙΚΑ – ΤΣΙΓΑΡΑ – ΚΑΡΤΕΣ».
Ξεκαβάλησε, έβγαλε το κράνος κι ένα τσουλούφι ‒ βαμμένο στο μπλε του Εθνικού, πετάχτηκε, ανακουφισμένο θαρρείς κι έπεσε πάνω από το αριστερό του μάτι. Ξέθαψε μια μαύρη μπαλακλάβα από την κωλότσεπη, τη φόρεσε βιαστικά και παράχωσε το τσουλούφι. Τράβηξε το φερμουάρ του δερμάτινου τζάκετ του ως πάνω και κίνησε, καρφώνοντας τα μάτια του γύρω σαν λαγωνικό.
Τη ρήση όμως «κοίτα που πας αλλιώς θα πας εκεί που κοιτάς» δεν την είχε ακούσει ποτέ ο τύπος μάλλον. Περνώντας λοιπόν δίπλα από έναν κάδο πολυκατοικίας, πάτησε μια φλούδα από μανταρίνι. Έχασε την πρόσφυση το μαύρο αθλητικό του, γλίστρησε κι αυτός βρέθηκε σύντομα φαρδύς-πλατύς στο δρόμο, κλωτσώντας καθώς έπεφτε, τον κάδο των σκουπιδιών.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα συνονθύλευμα από σκισμένες σκουπιδοσακούλες, χύμα μπουκάλια, κονσέρβες, ψαροκόκαλα και σκατόχαρτα, που σε συνδυασμό με τον ορυμαγδό και τη μπόχα, ξεσήκωσαν τη γειτονιά και τις… αισθήσεις!
Δυο γάτες πετάχτηκαν ουρλιάζοντας απ’ τον διπλανό κάδο, πήδηξαν στην κοιλιά του κι εξαφανίστηκαν σε χρόνο Dt. Αυτός βόγκηξε, διπλώθηκε στα δύο κι ένοιωσε ξινίλα να ανεβαίνει στο λαιμό του.
Παράθυρα άνοιξαν, φώτα άναψαν, φωνές ακούστηκαν:
«Ποιος είναι εκεί;»
«Τι έγινε πάλι;»
«Τι κάνεις ρε εκεί;»
Ξεχνώντας πόνους και ναυτία, ο τύπος με την μπαλακράβα και το μπλε τσουλούφι πετάχτηκε όρθιος, σάλταρε στη σέλα, πάτησε το πετάλι. Η μηχανή βόγκηξε, έβηξε, έσβησε. Το πάτησε ξανά, πιο δυνατά αυτή τη φορά. Τα ίδια.
«Την τύχη μου μέσα…» μουρμούρισε, ρίχνοντας όλο το βάρος του στο πετάλι.
«Έλα ρε μπουρδέλο!»
Το χάρβαλο πήρε μπρος. Έδωσε γκάζι, η μηχανή σηκώθηκε στη μια ρόδα κι εκσφενδονίστηκε μπροστά, με την εξάτμιση να φτύνει μαύρο καπνό κι άκαυτο καύσιμο. To, ο-θεός-να-το-κάνει, λευκό του κράνος τού έφυγε από το χέρι κι έσκασε σαν καρπούζι στην άσφαλτο κάνοντας γκελ. Ούτε στάθηκε να το κοιτάξει.
Χιλιόμετρα πιο κάτω, ο τύπος τράβηξε την μπαλακλάβα και την πέταξε μακριά βλαστημώντας και σιχτιρίζοντας. Χάθηκε στην επόμενη στροφή, με την ψυχή στο στόμα και το τσουλούφι να ανεμίζει λάβαρο της αποτυχίας του.
********************
Το παρόν διήγημα προέκυψε από ανάρτηση στο facebook του Φυστίκι ΠουΚυλάει Reload, στην οποία μας προ-σ-καλούσε να γράψουμε μια ιστορία με τις λέξεις μανταρίνι, εξάτμιση, τσουλούφι και μπλε.
![]()
Photo: AI created
