Συνέντευξη στον Κώστα Στοφόρο | Ο Δρόμος της Αριστεράς
Οι «Παράλληλοι Κύκλοι» της Γιώτας Βασιλείου, που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Κύφαντα, είναι μια συλλογή διηγημάτων που μας ταξιδεύει στη σκοτεινή πλευρά της πόλης και των ανθρώπων.
Με ένα «γνωμικό» που ουσιαστικά νοηματοδοτεί το κάθε διήγημα στην αρχή ξετυλίγονται ιστορίες πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Κι όταν λέω διαφορετικές δεν εννοώ μόνο ως προς το περιεχόμενο αλλά κυρίως στο ύφος. Η συγγραφέας καταφέρνει με αξιοθαύμαστο τρόπο να προσαρμόσει τη γραφή στο θέμα της και το ανάποδο.
Συχνά είναι ιστορίες εκδίκησης από τις οποίες όμως δεν λείπει και το –συνήθως μαύρο– χιούμορ. Θα μπορούσε κανείς να εντάξει τα περισσότερα διηγήματα, στην κατηγορία της αστυνομικής λογοτεχνίας. Σε όλα πάντως υπάρχει δυνατή πλοκή, ανατροπές και σασπένς.
Κατά μεγάλο ποσοστό οι ιστορίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο έχουν να κάνουν με την εκδίκηση ή την αυτοδικία. Γιατί αυτή η επιλογή;
Η αλήθεια είναι πως δεν το αποφάσισα από την αρχή. Ας πούμε ότι προέκυψε από μόνο του. Είχα ήδη κάποια διηγήματα με αυτό το θέμα και άλλα που περίμεναν να γραφτούν. Έτσι, απλώς κάθισα και τα έγραψα.
Ανεξάρτητα όμως από αυτό, θεωρώ την εκδίκηση μια έννοια πολύ βαριά, αλλά και βαθιά ανθρώπινη. Δεν είναι κάτι ξένο προς τον άνθρωπο. Αντίθετα, τον ακολουθεί από τις πρώτες κοινωνίες μέχρι σήμερα, άλλοτε ως ένστικτο επιβίωσης, άλλοτε ως ανάγκη αποκατάστασης μιας αδικίας και άλλοτε ως σκοτεινή παρόρμηση που ξεφεύγει από κάθε έλεγχο.
Αυτό είναι που την κάνει τόσο γοητευτική ως υλικό συγγραφής. Η εκδίκηση δεν είναι ποτέ απλή. Μπορεί να ξεκινήσει από πόνο, ταπείνωση, απώλεια ή μια βαθιά αίσθηση αδικίας, αλλά στην πορεία αλλάζει. Μερικές φορές μοιάζει με δικαιοσύνη, άλλες με εμμονή ή αυτοκαταστροφή. Εκεί βρίσκεται και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον της: ο αναγνώστης αναρωτιέται όχι μόνο αν ο ήρωας έχει δίκιο, αλλά και μέχρι πού μπορεί να φτάσει.
Σε κάποιες από τις ιστορίες γράφεις με πολύ διαφορετικό ύφος, όπως το «Σόλο καπίκι» ή τα «Μεταξωτά βρακιά». Πόσο εύκολο/ δύσκολο ήταν να μιλήσεις σε αυτή την πιο «λαϊκή» γλώσσα;
Η χρήση της αργκό δεν με δυσκόλεψε πολύ. Πιστεύω πως αυτό οφείλεται στην αγάπη μου από μικρή για συγγραφείς όπως ο Τσιφόρος, ο Ψαθάς και ο Μποστ. Μέσα από τα έργα τους γνώρισα τη θεατρική, μάγκικη γλώσσα της πιάτσας, με τον ξεχωριστό ρυθμό και το χιούμορ της, αλλά και εκείνον τον παλιό αθηναϊκό αέρα που αγαπήσαμε μέσα από βιβλία και χαρακτήρες που έχουν γίνει πια κλασικοί, όπως «Η μαντάμ Σουσού», «Τα παιδιά της πιάτσας» κτλ.
Βέβαια, είναι άλλο να απολαμβάνεις αυτή τη γλώσσα ως αναγνώστης και άλλο να τη χρησιμοποιείς ο ίδιος όταν γράφεις. Εκεί χρειάστηκε να ψάξω λέξεις, εκφράσεις και ιδιωματισμούς σε σχετικά λεξικά.
Και επειδή είμαι βέβαιη ότι κάποιοι αναγνώστες θα αναρωτηθούν αν υπάρχουν πράγματι τέτοια βοηθήματα, η απάντηση είναι ναι. Υπάρχουν λεξικά όπως το «Λεξικό της ελληνικής αργκό – Λεξικό της πιάτσας» του Ε. Ζάχου-Παπαζαχαρίου και το «Λεξικό της πιάτσας» του Βρ. Καπετανάκη, ενώ πολύ χρήσιμο υλικό μπορεί να βρει κανείς και στο slang.gr.
Το ζητούμενο, βέβαια, δεν ήταν να γεμίσω το κείμενο με αργκό, αλλά να βρουν οι χαρακτήρες μου τη δική τους φωνή. Αν ακούγονται αυθεντικοί, τότε πιστεύω πως πέτυχα αυτό που ήθελα.
Βέβαια, είναι άλλο να απολαμβάνεις αυτή τη γλώσσα ως αναγνώστης και άλλο να τη χρησιμοποιείς ο ίδιος όταν γράφεις.
Εσύ ποιο διήγημα θα ξεχώριζες και γιατί;
Δύσκολη ερώτηση. Το έχω σκεφτεί πολλές φορές. Δεν έχω μόνο ένα αγαπημένο αλλά περισσότερα που κρατούν ισότιμη θέση στην καρδιά μου.
Αγαπώ πολύ τα δύο «τσιφορικά» μου, το «Σόλο καπίκι» και τη «Συμμορία ηλιθίων», όχι μόνο επειδή διασκέδασα γράφοντάς τα, αλλά και γιατί είναι γεμάτα εικόνες, ήχους και μυρωδιές. Πιστεύω πως όταν τα διαβάζει ο αναγνώστης, «βλέπει» τα γεγονότα να εκτυλίσσονται μπροστά του.
Ξεχωριστή θέση έχει για μένα η «Πρόσκληση σε γεύμα», γιατί είναι το πρώτο μου κείμενο με αστυνομική πλοκή. Το ότι διακρίθηκε στον πρώτο διαγωνισμό πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας, που διοργάνωσαν η ΕΛΣΑΛ, το Φεστιβάλ Agatha και οι εκδόσεις Κύφαντα, το κάνει ακόμα πιο σημαντικό.
Αγαπημένο μου είναι και το «Εκδίκηση στη Νιοστή», γιατί μέσα στις λέξεις του κρύβονται αρκετές προκλήσεις. Μία ήταν να αποδώσω σωστά τον κόσμο μιας τυφλής γυναίκας. Η άλλη ήταν να ανατρέψω αυτόν τον κόσμο. Αν τα κατάφερα, θα μου το πείτε εσείς.
Άφησα τελευταίο «Το μαχαίρι». Στην αρχική του μορφή ήταν μια μικρή παράγραφος, όπου προσπάθησα να περιγράψω το έγκλημα από τη σκοπιά του ίδιου του… όπλου. Όμως δεν μου έφτανε μόνο η παραδοχή του εγκλήματος. Έπρεπε να το περάσω και από ανάκριση. Χαχαχα.
Χρησιμοποιείς και πολλά αποφθέγματα στην αρχή κάθε διηγήματος. Τι εξυπηρετούν σε σχέση με το κείμενο που ακολουθεί;
Η αλήθεια είναι πως τα διηγήματα θα μπορούσαν να σταθούν και χωρίς τα αποφθέγματα και τα μικροδιηγήματα. Όμως πιστεύω ότι λειτουργούν σαν μια μικρή προοικονομία. Διαβάζοντάς τα, ο αναγνώστης παίρνει μια πρώτη ιδέα για το τι ακολουθεί. Όχι απαραίτητα για την πλοκή, αλλά για την ατμόσφαιρα, το συναίσθημα ή το ηθικό ερώτημα.
Πέρα όμως από αυτό, οι μικροαφηγήσεις, ή αλλιώς διηγήματα μπονζάι, είναι για μένα από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές λογοτεχνίας. Ο λόγος είναι τόσο συμπυκνωμένος και τα νοήματα τόσο πυκνά, που είναι πολύ δύσκολο να αποδώσεις μια ολόκληρη ιστορία σε λίγες γραμμές. Δεν υπάρχει χώρος για περιττά στολίδια. Κάθε λέξη πρέπει να έχει λόγο ύπαρξης, κάθε παύση να σημαίνει κάτι, κάθε υπαινιγμός να ανοίγει μια «χαραμάδα» για κάτι μεγαλύτερο. Μεγάλη η πρόκληση για να την αφήσω αναπάντητη.
Στα δικά μου κείμενα, λοιπόν, τα αποφθέγματα και τα μπονζάι παίζουν κυρίως ρόλο «καθοδηγητή». Μπορούν να προϊδεάσουν τον αναγνώστη, να τον παραπλανήσουν ή να του «φυτέψουν» μια σκέψη που θα επιστρέψει αργότερα, όταν θα έχει διαβάσει την ιστορία. Αυτό το παιχνίδι ανάμεσα στο πριν και το μετά, ανάμεσα στην πρώτη εντύπωση και την τελική αποκάλυψη, έχει ενδιαφέρον.
Το προηγούμενο βιβλίο σου, το μυθιστόρημα ο «Θεριστής τη νύχτα» εντάσσεται στην αστυνομική λογοτεχνία, όπως και τα περισσότερα διηγήματα. Τι σε έλκει στο μυστήριο;
Από μικρή μου άρεσε να λύνω γρίφους κάθε είδους: λογικής, ακολουθιών και μοτίβων, γλωσσικούς και οπτικούς, παζλ τύπου escape room κτλ.
Λίγο πριν μπω στην εφηβεία, έμαθα για τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη, που έκτοτε έγινε ο αγαπημένος μου «κακός», αφού το μυστήριο γύρω του αντί να ξεκαθαρίζει με τα χρόνια, πυκνώνει περισσότερο.
Αργότερα διάβασα Άγκαθα Κρίστι, Έντγκαρ Άλαν Πόου, Άρθουρ Κόναν Ντόιλ και πολλούς άλλους, οπότε ήταν μάλλον αναπόφευκτο να «κολλήσω το μικρόβιο».
Με αυτά τα ερεθίσματα λοιπόν, θεωρώ πως η συγγραφική μου πορεία ήταν μονόδρομος.
