
Book Review: ΘΡΥΛΙΚΗ ΖΩΗ, ΠΕΖΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ, του ALEJANDRO MARTINEZ GALLO, από εκδόσεις ANGELUS NOVUS
30 Οκτωβρίου, 2025
Book Review: ΤΟ ΤΕΣΣΑΡΙ ΤΗΣ ΛΥΚΑΒΗΤΤΟΥ, του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΧΑΙΡΙΤΣΑ, από εκδόσεις ΚΥΦΑΝΤΑ
3 Νοεμβρίου, 2025
Δεν ήταν εύκολο να επιστρέψω. Δεκαπέντε χρόνια είχαν περάσει από την τελευταία φορά που πάτησα το πόδι μου σ’ αυτό το σπίτι. Είχε μείνει όρθιο όπως και τότε – παλιό, ξεφτισμένο, βουβό. Μόνο εκείνος είχε αλλάξει. Ή μάλλον, είχε πάψει να αλλάζει. Ο πατέρας μου πέθανε πριν πέντε μέρες.
Ένα τηλεφώνημα που μου ανακοίνωσε τον θάνατό του και τα κλειδιά με κούριερ ήταν όλα όσα έλαβα από εκείνον, ως το “στερνό αντίο”. Είχα να μιλήσω μαζί του από τότε που έφυγα από το σπίτι. Πάνε πάνω από δεκαπέντε χρόνια τώρα. Δεν το επιδίωξα, ούτε και εκείνος άλλωστε. Ήταν από εκείνες τις σιωπές που χτίζονται αργά, πετραδάκι πετραδάκι, μέχρι που γίνονται τείχος ολόκληρο.
Ήταν πολλά αυτά που μας χώριζαν και λίγα εκείνα που θα μπορούσαν να μας ενώσουν. Δεν ήθελε να δει ποιος ήμουν στ’ αλήθεια. Ή, ίσως, δεν άντεχε να δει τον εαυτό του μέσα μου. Με ήθελε κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του, σε μια ζωή που δε μου ταίριαζε. Κι εγώ δεν δέχτηκα να μικρύνω για να χωρέσω. Δεν δέχτηκα να γίνω μαριονέτα στο δικό του Θέατρο Σκιών.
Σήμερα ήρθα για να αδειάσω το σπίτι του. Να πουληθεί να τελειώνω με δαύτο. Να ξεμπερδεύω. Τουλάχιστον έτσι νόμιζα, ότι θα ξεμπέρδευα.
Όταν μπήκα μέσα ήταν σαν να είχα φύγει μόλις χθες. Το σώμα έχει μνήμη και το δικό μου σκίρτησε στην αναγνώριση τουτουνού του σπιτιού. Μπήκα στο χωλ, πέταξα το σακ βουαγιάζ μου στο πάτωμα και κοίταξα γύρω γύρω, όπως ο τουρίστας στο μουσείο. Τόσο γνώριμα όλα κι όμως τόσο παράξενα μακρινά.
Ημίφως και φωτεινές σπαθιές έκοβαν τις σκιές, διάστικτες με αιωρούμενα μικροσωματίδια σκόνης. Αν δεν ήταν τόσο παγωμένο το σπίτι, θα μπορούσα να πω ότι το θέαμα είχε μια παράξενη ομορφιά. Εν τούτοις η καλλιτεχνική μου φύση δε εμπόδισε να σκεφτώ πως η σκιά του χρόνου απλώνεται πάνω στα πράγματα όπως η σκόνη στα παλιά βιβλία. Χαμογέλασα πικρά με το άκαιρο της στιγμής· η έμπνευση όμως, δεν ζητά την άδειά μας για να έρθει.
Στάθηκα μπροστά σε ένα από τα παράθυρα της παλιάς δίπατης μονοκατοικίας, εκείνου που είχα να επισκεφτώ τόσα χρόνια. Ο αέρας μύριζε υγρασία και κλεισούρα. Τα ξύλινα πατώματα βογκούσαν καθώς περπατούσα πάνω τους· ο ήχος αυτός ήταν ο ίδιος που θυμόμουν από παιδί, μόνο που τώρα δεν είχε μέσα του ζωή, μόνο ηχώ.
Κοίταξα τα ράφια με τα βιβλία, μερικά –τι παράξενο– έστεκαν ακόμα λαμπερά στη θέση τους, άλλα είχαν καλυφθεί από ένα ψιλό γκρίζο πέπλο. Δεν ήταν βρομιά· ήταν χρόνια και καιροί μεταμφιεσμένοι σε σιωπηλή σκόνη που ακουμπούσε πάνω σε ό,τι υπήρξε κάποτε σημαντικό.
Άγγιξα ένα βιβλίο· το πέπλο τινάχτηκε στον αέρα σαν ανάμνηση που ξυπνά απρόσμενα. Τότε κατάλαβα πως η ροή δεν χαράζει πληγές μόνο στα σώματα αλλά και στα αντικείμενα. Δεν περνά απλά, κατακάθεται. Βαριά, στιβαρή.
Στο μικρό γραφείο του πατέρα, εκεί όπου πάντα απαγορευόταν να μπαίνω, βρήκα ένα παλιό μεταλλικό κουτί, ξεχαρβαλωμένο. Δεν είχε κλειδαριά – μόνο σκουριά και ξεχασμένες σκέψεις. Μέσα, τσαλακωμένα χαρτιά, φωτογραφίες με κιτρινισμένα περιθώρια, μια χτένα κι ένα γράμμα.
Τα γράμματα στον φάκελο τα αναγνώρισα πριν καν τον πιάσω στα χέρια μου. Η γραφή του ήταν η ίδια που είχε χαράξει με κόκκινο στυλό στο τετράδιό μου όταν ήμουν παιδί: Να σέβεσαι τον χρόνο των άλλων. Είναι πολύτιμος. Τότε δεν καταλάβαινα. Τώρα μόνο, η φράση αυτή πάλλονταν μέσα μου.
Κοίταξα την επιστολή στα χέρια μου και ένιωσα το βάρος της να τραβάει τον αέρα από το δωμάτιο. Δεν πήγα στην κηδεία του. Τον απέφυγα νεκρό, όπως τον απέφευγα ζωντανό. Και τώρα εκείνος μου μιλούσε μέσα από ένα χαρτί.
Άνοιξα τον φάκελο με προσοχή. Η κόλλα αναφοράς που ήταν γραμμένο το γράμμα έτριξε, σαν να αντιστεκόταν. Τα λόγια του ξεδιπλώθηκαν διστακτικά· μιλούσε για φόβο, για αδυναμία να εκφραστεί, για τα βάρη που κουβαλούσε κι εκείνος απ’ τον δικό του πατέρα. Δεν ζητούσε συγχώρεση· δεν έψαχνε μα ούτε έδινε δικαιολογίες.
Για πρώτη φορά ένιωσα να επικοινωνεί πραγματικά μαζί μου. Μέσα απ’ τις λέξεις του έβλεπα έναν άλλον άνθρωπο· όχι τον σκληρό, απόμακρο άντρα που θυμόμουν, αλλά έναν άντρα κουρασμένο από τη ζωή. Έναν άντρα που κουβαλούσε φόβους ξένους μα και δικούς του. Έναν άνθρωπο που δεν ήξερε να πει σ’ αγαπώ όσο ζούσε, κι έτσι το έγραψε σε χαρτί. Έβλεπα τον πατέρα μου, που με τις λέξεις του γκρέμισε τώρα δα, τον τοίχο που χτίζαμε μαζί για χρόνια.
Ένιωσα το χαρτί να βαραίνει στα χέρια μου σαν πέτρα. Τα μάτια μου πλημμύρισαν με τόσο υγρό που ούτε καν φανταζόμουν ότι διέθεταν. Δάκρυα. Πυκνά, αλμυρά δάκρυα.
«Πατέρα…»
Ο ήλιος έπεφτε πλάγια πάνω στον τοίχο, ακριβώς δίπλα στο παλιό ρολόι της γιαγιάς –εκείνο με τον κούκο– ο ίσκιος του οποίου είχε απλωθεί σαν μαύρη λίμνη στο κέντρο του δωματίου. Ο ίσκιος που υπήρχε μόνο και μόνο επειδή υπήρχε ο ήλιος.
Κατέβηκα στον κήπο. Τα δέντρα ήταν τα ίδια με τότε, μα πιο σκυφτά, ανταριασμένα. Τα φύλλα πιο αραιά, γερασμένα. Το χώμα είχε ανοίξει μικρές χαραμάδες, σαν στόματα που ζητούν νερό ή λύτρωση. Ρυτιδιασμένο κι αυτό. Θυμήθηκα που μικρός τα καλοκαίρια, κυνηγούσα λιβελούλες σε αυτόν τον ίδιο κήπο. Ήμουν γρήγορος τότε – τώρα ήταν οι σκιές που κινούνταν πιο γρήγορα από μένα.
Κάθισα στο παγκάκι που είχε φτιάξει κάποτε ο πατέρας με τα χέρια του. Το ξύλο ήταν τραχύ, σημαδεμένο από τα έτη που στάθηκε βορρά στις ορέξεις του καιρού. Βροχή, αέρας, χαλάζι, έχουν καταφάει την μπογιά ανοίγοντας βαθιές χαρακιές στα νερά του ξύλου. Κάποτε είχε σκαλισμένα και τα ονόματά μας στην πλάτη του· τώρα όμως είχαν σβηστεί σχεδόν ολοκληρωτικά.
Έκλεισα τα μάτια. Μέσα στο σκοτάδι τους, δεν υπήρχε σκιά, δεν υπήρχε φως· μόνο κάτι ακίνητο. Για μια στιγμή νόμιζα πως το ρολόι είχε σταματήσει. Μα όχι. Η καρδιά μου χτυπούσε, η ανάσα μου κυλούσε, το αίμα μεταφερόταν στις φλέβες μου κι από εκεί στα αυτιά μου. Η κίνηση συνέχιζε· άρα και ο χρόνος συνέχιζε. Η Ζωή συνέχιζε.
Το γράμμα ήταν ακόμα στην τσέπη μου. Με τον πατέρα είχαμε συνεννοηθεί πια. Έστω και αργά, συνεννοηθήκαμε.
Το έβγαλα από την τσέπη.
Το κοίταξα με τρυφερότητα.
Το έφερα στο πρόσωπο.
Το ακούμπησα στο μάγουλο.
Το μύρισα.
Το φίλησα.
Έσκυψα κι έσκαψα με τα χέρια μου τις ρίζες της ιτιάς που έστεκε μπροστά στο ξύλινο παγκάκι. Έσκαψα βαθιά.
Απίθωσα μέσα απαλά το γράμμα κι έριξα από πάνω του το ξερό χώμα.
Το πότισα με τα δάκρυά μου ν’ αφρατέψει.
Σηκώθηκα κι έκατσα στο παγκάκι.
![]()
Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι δημιουργία προγράμματος τεχνητής νοημοσύνης
©Γιώτα Βασιλείου, Οκτώβριος 2025
