
Προστασία του περιβάλλοντος, ανακύκλωση, βιωσιμότητα. Οι λέξεις που έγιναν branding
11 Ιανουαρίου, 2026
🖉 Εν ριπή μολυβιού
19 Ιανουαρίου, 2026
Περπατώ μέσα στο δάσος με τις δύο σκυλίτσες μου στην πρωινή μας βόλτα. Τα πόδια μας μας οδηγούν σε ένα ξέφωτο που μοιάζει βγαλμένο από ζωγραφιά. Δέντρα ορθώνονται γύρω γύρω σαν τοίχοι και στη μέση απλώνεται ένα πλάτωμα γυμνό, στρωμένο μόνο με χαμηλή πρασινάδα και σκόρπια αγριολούλουδα και κυκλάμινα που ξεπροβάλλουν μέσα από το χορτάρι.
Το γρασίδι τρίζει κάτω από τα πατήματα μας και γυαλίζει εδώ κι εκεί από τη δροσιά και τα υγρά ίχνη των σαλιγκαριών που πέρασαν από εκεί πριν από εμάς. Μυρίζει υγρό χώμα φύλλα, καμένο ξύλο από τα τζάκια και μια αχνή νότα λεβάντας που έρχεται από πιο χαμηλά. Ο αέρας είναι κρύος μα καθαρός.
Τα πουλιά γεμίζουν τον χώρο με κοφτά κελαηδίσματα. Από μακριά ακούγεται ένα γεράκι να σκούζει, ψάχνοντας τροφή ή κάποιο ταίρι ‒ Ποιος ξέρει; Πιο πίσω, ένας πυλώνας της ΔΕΗ τσιτσιρίζει ασταμάτητα, ένας λεπτός μεταλλικός ήχος που δεν ανήκει στο δάσος και που όμως μπλέκεται μέσα του, σαν ένα μονότονο μουσικό τέμπο. Κατά διαστήματα περνά ένα όχημα στον επαρχιακό δρόμο και κόβει απότομα τη μουσική της φύσης με τον τραχύ βρυχηθμό του.
Κοιτώ τα κορίτσια μου που τρέχουν ελεύθερα. Ορμούν, σταματούν, αλλάζουν κατεύθυνση, σκύβουν πάνω από τις λεβάντες και μπλέκουν τα πόδια τους στα χαμηλά αγριολούλουδα μυρίζουν το χώμα και τα φυτά σαν να διαβάζουν μυστικά μηνύματα. Κανένα λουρί δεν τις κρατά, καμία αλυσίδα δεν τις περιορίζει. Για λίγο απολαμβάνουν αυτό που τους ανήκει δικαιωματικά και που εμείς οι άνθρωποι τους το αφαιρούμε τόσο εύκολα: την κίνηση, την επιλογή, την ελευθερία.
Μερικές εκατοντάδες μέτρα μάς παίρνουν σχεδόν μία ώρα να τα διανύσουμε. Τα κορίτσια σταματούν συνεχώς. Κολλούν τη μύτη τους σε πέτρες, σε θάμνους, σε συστάδες αγριόχορτων, σε μικρά κυκλάμινα που μόλις σήκωσαν το κεφαλάκι τους, σε οτιδήποτε κουβαλάει μια οσμή, κάτι που τους τραβά την προσοχή.
Δεν αργεί να φανεί το αδέσποτο της γειτονιάς. Μελαχρινή, κυνηγιάρα, σμικτοφρύδα η Φρίντα είναι άστεγη από επιλογή. Αδέσποτο μόνο κατ’ όνομα. Όλοι τη φροντίζουμε. Έχει σπιτάκι, κουβέρτες, μαλακό στρώμα κι όμως επιλέγει το γρασίδι για να ξαπλώσει την αρίδα της και να μυρίζει το χώμα και τα λουλούδια. Ακόμα και τις βροχερές μέρες προτιμά να μένει έξω και να αφήνει το νερό να την μουλιάζει. Τσιγκάνικη ψυχή η Φρίντα μας.
Τρέχει γύρω μας με φόρα και σπρώχνει τις δικές μου στο παιχνίδι. Τις πειράζει, τους γαυγίζει, τις κυνηγά, τις τραβά. Εκείνες στην αρχή σφίγγουν το σώμα τους, δυσανασχετούν, γρυλίζουν. Δεν είναι συνηθισμένες σε τέτοιες περιπτύξεις. Γελάω. Η Φρίντα με κοιτά, «κυνήγα τες κορίτσι μου» της λέω και σαν να το καταλαβαίνει επιμένει να τσιγκλάει τις δικές μου. Σε λίγο οι αντιστάσεις λυγίζουν. Και οι τρεις πηδούν, τινάζονται, κυνηγιούνται μέσα στο χορτάρι και τα αγριολούλουδα. Κάθομαι και τις κοιτώ. Τις ζηλεύω. Τόσο λίγα τους αρκούν για να είναι ευτυχισμένες. Φαγητό, νερό, μια γωνιά για τη νύχτα και κάποιον να μοιραστούν τη μέρα τους. Αυτό είναι όλο.
Οι άνθρωποι γιατί ποτέ δεν χορταίνουμε;
Τα γαυγίσματα ξαφνικά σκληραίνουν. Και οι τρεις σκύβουν πάνω από κάτι, γρυλίζουν, σκάβουν, σπρώχνουν με τις μύτες τους. Τρέχω προς το μέρος τους, φοβούμενη μήπως είναι φίδι. Ο χειμώνας φέτος άργησε να έρθει δεν άφησε πολλά από τα ζώα να κοιμηθούν. Αντί για φίδι βρίσκω μια χελώνα. Άυπνη κι αυτή. Σφίγγεται μέσα στο καβούκι της, ακίνητη από τον φόβο. Τραβώ τα σκυλιά πίσω και ανοίγω δρόμο. Την αφήνουμε μόνη να συνεχίσει τη βραδεία, επίμονη πορεία της μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει πιο γρήγορα απ’ όσο η ίδια αντέχει.
Και παίρνουμε πάλι τον δρόμο μας, πιο ήσυχα πια.
