
🌳Στο πάρκο…
31 Ιανουαρίου, 2026
Book Review: ΟΙ ΑΝΑΞΙΕΣ, της AGUSTINA BAZTERRICA, από εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
31 Ιανουαρίου, 2026
… Να κι η Φωφώ
Πού ‘χει ένα
Πω πω πω πω
Κι ούτε σπίτι ούτε θεό, κανένα δε φοβάται
η σουλτάνα η Φωφώ…*
Γυρνούσε σαν τον σίφουνα μέσα στο σπίτι, καθαρίζοντας, συγυρίζοντας μα κυρίως τραγουδώντας με όλη τη δύναμη της ψυχής το αγαπημένο της τραγούδι, ξανά και ξανά, σε μια ατέρμονη λούπα. Της ταίριαζε γάντι. Για εκείνη ήταν γραμμένο, έτσι το ένιωθε.
Ώρες τώρα ξελαρυγγιαζόταν και το φχαριστιόταν η ψυχή της, χωρίς να μετρά αν ενοχλεί τους γειτόνους, που από το πρωί είχαν αγανακτήσει! Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί κι η χαρά δεν την αφήνει, είναι σίγουρο ότι θα σκέφτονταν όλοι τους, γνωρίζοντας το επάγγελμα της Φωφώς. Μα η Φωφώ δεν άκουγε πια κανέναν· είχε βάλει τον κόσμο της στη διαπασών και για λίγες ώρες νόμιζε πως ζούσε αλλού.
…Κι ούτε σπίτι ούτε θεό, κανένα δε φοβάται
η σουλτάνα η Φωφώ…
Τι γνώριζαν όλοι αυτοί για την Φωφώ εκτός του ότι πουλούσε το κορμί της στον κάθε πεινασμένο που της χτυπούσε την πόρτα; Τίποτα.
Πώς έγινε πουτάνα η Φωφώ;
Τι στράβωσε στην ζωή της και την έφερε στο μετερίζι του αγοραίου έρωτα; Πώς νιώθει γι’ αυτό η Φωφώ;
Τι σκέφτεται;
Τι νιώθει;
Πώς κοιμάται τα βράδια;
Κανείς δεν έμαθε, κανείς δεν ρώτησε ποτέ να μάθει.
Κι εκείνη, όταν έπεφτε η νύχτα κι έκλεινε η πόρτα, καθόταν στο παραθύρι με ένα τσιγάρο να σιγοκαίει στα αφίλητα χείλη της και παρακολουθούσε τα φώτα της πόλης να τρεμοπαίζουν στην αχλή της νύχτας.
Ποιος την ξέρει… Ίσως πάλι να μετρούσε τα άστρα όπως άλλοι μετρούν πληγές. Ίσως να σιγοτραγουδούσε και τότε, πολύ πιο χαμηλόφωνα απ’ ό,τι την ημέρα, για να μην ακουστεί ούτε απ’ τον εαυτό της.
… Να κι η Φωφώ
Πού ‘χει ένα
Πω πω πω πω…
Η φωνή της Lady Tania έσβησε κι εκείνη έκλεισε το μαγνητόφωνο και έμεινε για λίγο μετέωρη στη μέση του δωματίου, κρατώντας τη σκούπα σαν σκήπτρο. Και σάμπως αυτό δεν ήταν το βασίλειό της; Έτσι δεν την αποκαλούσαν οι πελάτες της; Βασίλισσα του σεξ.
Το φως από το παράθυρο έπεφτε στο πρόσωπό της κι έκανε τη σκόνη να χορεύει ανάλαφρα στον αέρα.
«Κανένα δε φοβάται, ε;» μονολόγησε και γέλασε μόνη της. «Ποιον να φοβηθώ; Τον χάρο; Τον έχω κεράσει καφέ τόσες φορές που θα μου πει κι ευχαριστώ στο τέλος».
Ύστερα σήκωσε το βλέμμα στον καθρέφτη απέναντί της. Το πρόσωπό της τής ανταπέδωσε το ίδιο βλέμμα που είχε στα δεκαοχτώ. Ήταν βλέμμα που είχε δει πολλά, αλλά δεν κουβαλούσε καμία μετάνοια.
Τι να μετάνιωνε άλλωστε; Που γεννήθηκε με φωνή για ρετσίνα και ψυχή για όπερα; Που πίστεψε πως οι άντρες σώζουν τις γυναίκες κι όχι το αντίστροφο; Που έμαθε από νωρίς πως τα κορμιά πωλούνται αλλά οι καρδιές χαρίζονται – και συνήθως σε λάθος άνθρωπο;
Κάθισε στον κόκκινο βελούδινο καναπέ με τα χρυσαφί κρόσσια και άπλωσε τα πόδια της απέναντι, στο μαρμάρινο τραπεζάκι και τα κοίταξε. Αυτά μάλιστα. Ήταν ζηλευτά. Ούτε εικοσάρας. Λεπτά και σφιχτά, σαν να μην είχε περάσει μέρα από πάνω τους. Άναψε τσιγάρο.
«Να κι η Φωφώ…» σιγοτραγούδησε πάλι, αυτή τη φορά με φωνή πιο χαμηλή, σχεδόν ψιθυριστή.
Ήταν δεκαέξι όταν έφυγε απ’ το σπίτι η Ευφροσύνη. Τότε που η μάνα της την είπε άχρηστη και τη χαστούκισε, επειδή ξέχασε το σίδερο αναμμένο και έκαψε τη ρόμπα της, ενώ ο πατριός της είχε ήδη ξαναπιάσει το μπουκάλι – λίγο πριν πιάσει στα χέρια του τη μάνα της.
Εκείνη τη νύχτα είχε ρίξει δυνατή βροχή. Όλα έξω έλαμπαν κάτω από το φως του σχεδόν ολόγιομου φεγγαριού. Αν δεν ήταν τόσο απειλητικά, ίσως να έμοιαζαν όμορφα. Τα ρούχα της μύριζαν υγρασία και φόβο. Πήρε μόνο μια βαλίτσα και το τραντζιστοράκι της γιαγιάς της – το μοναδικό αντικείμενο που της είχε απομείνει από εκείνη, πριν φύγει κι αυτή από τον μάταιο τούτο κόσμο.
Δεκάξι χρονώ κορίτσι, πού θα πήγαινε, τι θα γινόταν, σκεφτόταν κλαίγοντας γοερά και τα δάκριά της ανακατεύονταν με την βροχή.
Φτάνοντας στην Πλατεία Ομονοίας ρώτησε σε ένα περίπτερο πού θα μπορούσε να μείνει το βράδι. «Κάτι οικονομικό θέλω» τόλμησε να μοιραστεί με τον περιπτερά που την κοίταξε με μισό μάτι.
«Το έσκασες από το σπίτι σου;» την ρώτησε.
«Προς Θεού, όχι! Από την επαρχία ήρθα για να δουλέψω. Θα γίνω τραγουδίστρια!» του είπε με μια βεβαιότητα που στην πραγματικότητα δεν ένιωθε.
«Τραγουδίστρια; Ναι καλά, κατάλαβα» απάντησε αυτός και της έδωσε την κάρτα ενός ξενοδοχείου σε παράπλευρο δρόμο της πλατείας.
Τον ευχαρίστησε και κίνησε για το ξενοδοχείο.
Τραγουδίστρια… Πόσες φορές δεν το ’χω ακούσει αυτό…, σιγομουρμούρησε ο περιπτεράς κουνώντας το κεφάλι.
Βρήκε το ξενοδοχείο, που ευτυχώς είχε ένα δωματιάκι να της διαθέσει. Μονό κρεβάτι, μισό παράθυρο και μια καρέκλα που έτριζε κάθε φορά που καθόταν πάνω της. Αυτό ήταν το πρώτο της σπίτι.
Μετά ήρθε κι ο Μάκης – ο πρώτος άντρας που της είπε «μωρό μου, εγώ σε αγαπώ και θα σε προσέχω». Της έμαθε να βάφει τα χείλη με κόκκινο κραγιόν και να κοιτάει τους άντρες προκλητικά, χωρίς φόβο, μόνο με εκείνο το χαμόγελο που καίει. «Γιατί μωρό μου το μουνί σέρνει μέχρι και καράβι και εσύ είσαι μούναρος» της έλεγε ανάμεσα σε υγρά φιλιά και η Ευφροσύνη που στο μεταξύ τον είχε καψουρευτεί, έλιωνε σε κάθε βλέμμα κι έπαιρνε φωτιά σε κάθε του άγγιγμα.
Μέχρι που ο Μάκης άρχισε να της παίρνει τα λεφτά για τα έξοδα της παράστασης όπως της έλεγε. «Διαφήμιση σου κάνω καρδιά μου και κοστίζει η άτιμη», την κορόιδευε κι εκείνη αγνό παρθένο μαλλί καθώς ήταν τα κατάπινε όλα αμάσητα. Γιατί το μόνο που ήθελε εκείνη ήταν να τραγουδάει. Κι η… διαφήμιση θα την έκανε γνωστή.
Τελικά την έπεισε να εμφανιστεί στο μικρό μαγαζί του φίλου του – ένα υπόγειο με κόκκινα φώτα και μυρωδιά από φτηνό ουίσκι, τσιγαρίλα και περίσσια καύλα. «Δυο βραδιές μόνο, να δεις τι ωραία είναι», την είχε καθησυχάσει. Οι δυο βραδιές έγιναν δυο μήνες. Οι δυο μήνες ένας χρόνος. Και μετά… μετά άρχισε να τη γνωρίζει σε άντρες, πάντα με το ίδιο παραμύθι: άνθρωποι του χώρου, υποτίθεται, που θα άνοιγαν πόρτες, που θα έσπρωχναν την καριέρα της λίγο παραπέρα.
Εκείνη τον πίστεψε, όπως πιστεύεις όταν θέλεις απελπισμένα να σωθείς. Στην αρχή ήταν κάνα δυο, μετά περισσότεροι. Στο τέλος το τραγούδι έγινε πρόφαση και το κορμί το εισιτήριο. Κι έτσι, σχεδόν χωρίς καλά καλά να το καταλάβει, κατέληξε στα πορνεία της Τρούμπας, εκεί όπου οι άνθρωποι αλλάζουν όνομα, τα όνειρα κατεύθυνση, για να αντέχουν να επιβιώνουν.
Και κάπως έτσι γεννήθηκε η σουλτάνα η Φωφώ
… Πού ‘χει ένα
Πω πω πω πω…
Η νύχτα είχε παραχωρήσει την θέση της στη μέρα. Ένα φως κίτρινο, αρρωστιάρικο έμπαινε πια από τα βρώμικα τζάμια.
Ξάπλωσε με τα ρούχα στο κρεβάτι.
Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή μονάχα, νόμιζε.
Κι ύστερα – ντουπ, ντουπ, ντουπ! – ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα.
Η Φωφώ τινάχτηκε.
«Αμάν, ρε παιδιά. Κυριακή σήμερα. Ρεπό έχω» μουρμούρισε, μα τα χτυπήματα επαναλήφθηκαν.
Σηκώθηκε, ίσιωσε το φουστάνι της και πήγε ως την πόρτα.
«Φύγε, είμαστε κλειστά!» φώναξε μέσα απ’ τα δόντια της.
Χτύπημα ξανά μα απάντηση καμία.
«Ε, άμα βιάζεσαι τόσο, πήγαινε πιο κάτω, έχει κι άλλες που δουλεύουν φουλ βάρδιες!»
Από πίσω ακούστηκε μια αντρική φωνή – ήρεμη, σχεδόν ευγενική.
«Δεν ήρθα για αυτό, κυρία Φωφώ.»
Εκείνη σάστισε. Δεν την έλεγε ποτέ κανείς κυρία Φωφώ. Έβαλε το μάτι στο ματάκι της πόρτας. Έξω στεκόταν ένας άντρας γύρω στα τριάντα, με γκρι παλτό και μάτια που κάτι της θύμιζαν.
«Τι θες;» ρώτησε καχύποπτα.
«Να μιλήσουμε. Μόνο αυτό».
«Με ποιον είσαι εσύ; Με τη Τζένη ή τον Βασίλη;» νομίζοντας ότι ήταν μπράβος από κάποιο από τα κοντινά μπορντέλα.
«Με κανέναν. Είμαι… το όνομά μου… με λένε Αντρέα» ψέλλισε με τα ζόρια αυτός.
Έσφιξε τη ρόμπα της γύρω απ’ το σώμα και άνοιξε την πόρτα τόσο όσο να χωρέσει το βλέμμα.
Το όνομα δε της έλεγε τίποτα. Κι όμως, μέσα της κάτι σάλεψε, ένα τσίμπημα γνώριμο, σαν μνήμη που ξυπνά ύστερα από χρόνια ύπνου. Είχε κάτι ο τρόπος που έσφιγγε τα χείλη του όσο μιλούσε.
«Εντάξει. Μίλα. Αλλά σύντομα, γιατί το ρεπό δεν το χαρίζω ούτε στον θεό».
Ο άντρας χαμογέλασε αμυδρά.
«Ήρθα για τη μητέρα μου», είπε.
«Καλή της ώρα, εγώ όμως τι σχέση έχω;»
«Η μητέρα μου… λεγόταν Μαρία. Μαρία Σωτηρίου».
Η Φωφώ ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν και κρατήθηκε με δύναμη από την πόρτα για να μην σωριαστεί.
«Δεν γνωρίζω καμιά Μαρία Σωτηρίου» αποκρίθηκε κι έκανε να κλείσει την πόρτα, μα ο άντρας είχε προνοήσει και είχε ήδη χώσει το πόδι του στο άνοιγμα, εμποδίζοντάς την.
«Τι θες; Σήκω φύγε από εδώ» απαίτησε με στριγκιά φωνή.
«Σου είπα, θέλω μόνο να μιλήσουμε και δεν θα φύγω αν δεν το κάνουμε πρώτα.
Η καρδιά της Φωφώς χτυπούσε σαν ταμπούρλο.
«Μα δεν έχω τίποτα να σου πω, παιδί μου! Άντε στο καλό σου, δεν έχω όρεξη για φασαρίες»
«Δεν ήρθα για φασαρία», είπε εκείνος ήρεμα, μα με τόνο που δεν σήκωνε αμφισβήτηση. «Η μητέρα μου μιλούσε συχνά για σένα».
Το βλέμμα της σκοτείνιασε. Η Μαρία Σωτηρίου. Της ήρθε στο νου μια γυναίκα λεπτή, με γέλιο κουρασμένο και μάτια πνιγμένα στο μαύρο κολ. Η παλιά της συνάδελφος απ’ τα πρώτα χρόνια και μετέπειτα καλύτερή της φίλη. Η Μαρία που εξαφανίστηκε ένα βράδυ με κάποιον πελάτη και δεν την ξανάδε ποτέ. Μα… είχε παιδί;
«Άκου, Αντρέα ή όπως κι αν σε λένε, η Μαρία χάθηκε πριν χρόνια. Μπορεί να ’σαι γιος της, μπορεί και να μην είσαι. Δεν έχει σημασία. Εγώ δεν μπλέκω. Μου φτάνουν τα δικά μου φαντάσματα».
«Έχει σημασία», απάντησε εκείνος. Έβγαλε από την τσέπη του ένα παλιό γράμμα, διπλωμένο τόσες φορές που είχε κιτρινίσει στις ακμές του. Το της το έτεινε.
«Μου το άφησε για σένα».
Η Φωφώ πήρε το γράμμα και το κοίταξε σαν να κρατούσε στα χέρια της εκρηκτικό. Δεν το άνοιξε αμέσως. Το άγγιξε μονάχα με τις άκρες των δαχτύλων, λες και φοβόταν πως αν το ανοίξει, θα ξαναβγεί από μέσα η παλιά της ζωή.
«Πώς πέθανε;» ψιθύρισε τελικά.
«Δεν πέθανε. Τουλάχιστον… όχι τότε».
Η Φωφώ ένιωσε κάτι να παγώνει μέσα της. Τα μάτια του Αντρέα την κοίταζαν τώρα πιο επίμονα, σαν να έψαχναν απάντηση σε κάτι που ούτε ο ίδιος δεν καταλάβαινε πλήρως.
«Δεν… δεν καταλαβαίνω».
«Η Μαρία πέθανε πολύ καιρό μετά. Συγκεκριμένα πριν από δύο μήνες. Και άφησε πίσω της κάποιες εκκρεμότητες», της είπε αυτός. «Εγώ… εγώ είμαι μια από αυτές».
Η Φωφώ κοίταξε ξανά το γράμμα. Τα χέρια της έτρεμαν.
Μπήκε μέσα στο σπίτι και κάθισε στον καναπέ. Ο Αντρέας την ακολούθησε κλείνοντας πίσω την πόρτα. Δεν κάθισε, παρά έμεινε όρθιος, σιωπηλός, με τα μάτια καρφωμένα πάνω της.
Έσκισε τον φάκελο στην άκρη του και έβγαλε έξω μια σελίδα από ροζ τσιγαρόχαρτο.
Φωφώ μου,
Αν διαβάζεις αυτό το γράμμα, σημαίνει πως έχω φύγει από τη ζωή. Όχι που θα μου την χάριζε ο Χάροντας.
Σ’ έψαξα πολλές φορές, μα δεν σε βρήκα ποτέ στα παλιά λημέρια. Σκέφτηκα πως μάλλον δεν ήθελες να βρεθείς γι’ αυτό σταμάτησα. Όμως τώρα ήρθε η ώρα να ανταμώσουμε ξανά αγαπημένη μου.
Θυμάσαι τότε, στο υπόγειο της Τρούμπας, που μου είπες πως «δε σώζεται η ψυχή που κατοικεί σε αυτό το σώμα;» Θυμάσαι εκείνο το παιδί που μου έδωσες να πάω στο ορφανοτροφείο, γιατί δεν ήθελες να γεννηθεί μέσα στη βρωμιά; Το παιδί που είπες πως «δεν θα προλάβει να γίνει Άνθρωπος αν μείνει εδώ μέσα»;
Ε το λοιπό, το παιδί αυτό το κράτησα εγώ.
Αρχικά το άφησα στη μάνα μου και μερικές βδομάδες μετά, τότε που παράτησα το μπορντέλο, το πήρα και φύγαμε στην Πάτρα, σε κάτι γεροντοκόρες θειάδες μου. Δεν άντεχα να το αφήσω να χαθεί όπως εμείς.
Τον είπα Αντρέα, από το αντρείος που δεν ήμασταν ποτέ εμείς.
Ήθελα να ξέρεις πως τον μεγάλωσα φτωχικά μεν αλλά με πολλή αγάπη. Είχαμε στέγη πάνω από το κεφάλι μας κι εγώ έκανα μεροκάματα σαν καθαρίστρια σε σπίτια. Τα κουτσοβολέψαμε όλα αυτά τα χρόνια. Του είπα ιστορίες για σένα, να σε γνωρίσει, να σε αγαπήσει. Καμιά φορά τις στόλιζα, γιατί πώς να πεις σε παιδί πως η μάνα του ήταν η πασίγνωστη Φωφώ του Πειραιά; Όταν μεγάλωσε και μπορούσε να νιώσει του είπα όλη την αλήθεια. Είναι καλό παλληκάρι ο γιος μας Φωφώ μου.
Μη θυμώσεις που τον είπα γιο μας. Έτσι τον νιώθω, δικό μου παιδί. Δεν λησμονώ όμως ότι είναι σπλάχνο σου και πως αν ήταν διαφορετικά τα πράγματα δεν θα τον άφηνες στιγμή από την αγκαλιά σου.
Να χαρείς, μη φουρκίζεσαι κι ούτε να με βγάλεις καμιά Αγία στα ξαφνικά. Δεν το ’κανα από καλοσύνη, άσχετα αν το λάτρεψα σαν δικό μου. Το ’κανα γιατί δεν άντεχα άλλο αίμα στα χέρια μου.
Αν έχει έρθει να σε βρει, μη του γυρίσεις την πλάτη.
Γιατί, Φωφώ μου, όσο κι αν έλεγες ότι δεν φοβάσαι κανέναν, φοβήθηκες εσένα την ίδια. Κι είναι καιρός πια να πάψεις να φοβάσαι.
Με αγάπη,
Η φίλη σου Μαρία
Το γράμμα της έπεσε απ’ το χέρι.
«Ψέματα…» ψιθύρισε κι η φωνή της έσπασε.
Ο Αντρέας είχε σκύψει. Δεν την κοίταζε, μόνο της μιλούσε απαλά, σχεδόν με σεβασμό.
«Μεγάλωσα μ’ ένα όνομα που δεν ήταν δικό μου, μα με μια ιστορία που ήταν όλη δική σου».
Η Φωφώ άπλωσε το χέρι της – ένα χέρι σημαδεμένο από το χρόνο. Ένα χέρι που είχε χαϊδέψει, σπρώξει, διώξει, μεθύσει, ζήσει. Ένα χέρι που είχε κάνει τα πάντα μα δεν είχε αγαπήσει. Ούτε αγαπηθεί.
Το ακούμπησε στο πρόσωπό του.
«Ανδρέα…»
Μόνο αυτό είπε. Κι ύστερα σώπασε, γιατί όλα τα άλλα ήταν περιττά.
Στο μυαλό της μοναχά, ξανάρχισε το τραγούδι.
…Κι ούτε σπίτι ούτε θεό, κανένα δε φοβάται
η σουλτάνα η Φωφώ…
Τα χείλη της κινήθηκαν βουβά στον ρυθμό του τραγουδιού.
Το ’λεγε σαν προσευχή.
Κι έτσι ξαφνικά, ο Αντρέας την πήρε στην αγκαλιά του, νιώθοντας μέσα του πως όποιες απαντήσεις είχε έρθει να πάρει δεν τις χρειαζόταν, αλλά εκείνη χρειαζόταν πολύ τη συγχώρεση που της έφερνε.
… Να κι η Φωφώ
Πού ‘χει ένα
Πω πω πω πω…
● ● ●
Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι δημιουργία προγράμματος τεχνητής νοημοσύνης
©Γιώτα Βασιλείου, Ιανουάριος 2026
*Η Σουλτάνα η Φωφώ (Μαμά γερνάω, 1988): Τραγούδι Τάνια Τσανακλίδου, μουσική Σταμάτης Κραουνάκης και στίχοι Λίνα Νικολακοπούλου
