
Book Review: Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΩΣΤΗ ΚΟΛΑΣΗ, του ΧΡΗΣΤΟΥ ΑΖΑΡΙΑΔΗ, από εκδόσεις BELL
6 Απριλίου, 2026
🐑 Το αρνάκι
9 Απριλίου, 2026
Περίπου ογδόντα χρόνια μετά τη συγγραφή του βιβλίου του Eddy de Wind μέσα στο Άουσβιτς-Μπιρκενάου, το έργο του έφτασε στα χέρια μου και με συγκλόνισε βαθιά. Δεν είναι ότι αγνοούσα τι συνέβη εκεί, αλλά αυτό το βιβλίο δεν σου επιτρέπει απλώς να διαβάσεις τη φρίκη, σε κάνει να τη ζεις, τη στιγμή που ακόμη εκτυλίσσεται. Αυτό, να είστε σίγουροι, τα αλλάζει όλα.
Το βιβλίο Τελευταία στάση Άουσβιτς: Η ιστορία επιβίωσής μου μέσα από το στρατόπεδο δεν είναι μια μαρτυρία γραμμένη εκ των υστέρων, με την απόσταση που επιτρέπει στον άνθρωπο να επεξεργαστεί ή να προστατευτεί. Είναι ένα κείμενο που γράφτηκε σχεδόν ταυτόχρονα με τα γεγονότα που περιγράφει. Ο Eddy de Wind, αμέσως μετά την απελευθέρωση του στρατοπέδου, κρυμμένος σε έναν χώρο που ακόμη μύριζε θάνατο, κατέγραφε όσα είχε ζήσει, χρησιμοποιώντας ένα πρόχειρο σημειωματάριο και ό,τι μέσο γραφής έβρισκε. Δεν ήξερε ποιος θα διαβάσει αυτές τις σελίδες, αν θα φτάσουν σε συμμάχους,Σοβιετικούς ή ακόμα και στους ίδιους τους θύτες. Για αυτό υπέγραψε με το ψευδώνυμο Hans van Dam, θέλοντας να προστατευτεί αλλά και να αποστασιοποιηθεί από το τραύμα του.
Το βιβλίο μοιάζει με ένα σπαρακτικό μωσαϊκό. Δεν ακολουθεί γραμμική αφήγηση, αλλά αποτελείται από θραύσματα εμπειριών, εικόνων και σκέψεων που συνθέτουν μια πραγματικότητα σχεδόν αδύνατη να περιγραφεί με λόγια. Μέσα σε αυτό το σκοτάδι, υπάρχει μια λεπτή αλλά σταθερή γραμμή ανθρωπιάς: Η αγωνία του για τη σύζυγό του Φρίντερ, που κρατείται κοντά του, στο διαβόητο Μπλοκ 10. Αυτή η παρουσία, έστω και από μακριά, λειτουργεί ως αντίβαρο στην απανθρωπιά και υπενθυμίζει ότι ακόμα και εκεί, η αγάπη δεν χάνεται, απλώς αλλάζει μορφή.
Σε μία από τις πιο σκληρές περιγραφές του, ο συγγραφέας μιλά για τη μυρωδιά της καμένης σάρκας που απλωνόταν από τα κρεματόρια, για τον αιώνιο καπνό, μια εμπειρία που τον σημάδεψε βαθιά. Μέσα από τις σκέψεις του, φαίνεται ότι αυτό που τον συγκλόνισε περισσότερο δεν ήταν μόνο η φρίκη, αλλά η συνειδητοποίηση πως τόσο τα θύματα όσο και οι θύτες ήταν άνθρωποι. Αυτή η ηθική ρωγμή, δηλαδή η αδυναμία να διαχωριστεί απόλυτα το ανθρώπινο από το απάνθρωπο, διαπερνά όλο το βιβλίο και το κάνει ιδιαίτερα δύσκολο αλλά και απαραίτητο ανάγνωσμα. Ακόμα κι εγώ, γράφοντας αυτό το κείμενο, χρειάστηκε να σταματήσω αρκετές φορές και να πάρω ανάσες για να το ολοκληρώσω. Δεν είναι καθόλου εύκολο να το διαβάσει κανείς.
Αξίζει να προσέξει κανείς και τη φύση του κειμένου ως ιστορικού τεκμηρίου. Σε αντίθεση με πολλές μεταγενέστερες αφηγήσεις του Ολοκαυτώματος, που γράφτηκαν με την απόσταση του χρόνου, το έργο του Eddy de Wind καταγράφει την εμπειρία σχεδόν σε πραγματικό χρόνο. Αυτό του δίνει μια ωμότητα και μια αξιοπιστία που σπάνια συναντάμε αλλού. Διεθνείς κριτικές έχουν τονίσει ότι το βιβλίο λειτουργεί όχι μόνο ως μαρτυρία, αλλά και ως άμεση καταγραφή ψυχικής κατάρρευσης και επιβίωσης, πριν προλάβει να επέμβει η λήθη ή η ανάγκη ερμηνείας.
Και αναρωτιέμαι, μπορεί ένα τέτοιο βιβλίο να κριθεί με τα συνηθισμένα λογοτεχνικά κριτήρια; Για μένα, η απάντηση είναι ξεκάθαρα όχι. Δεν είναι λογοτεχνία και σίγουρα δεν είναι μυθοπλασία. Η γραφή του de Wind δεν προσπαθεί να είναι όμορφη ή να εντυπωσιάσει. Είναι κοφτή, αποσπασματική και συχνά ωμή. Αυτή όμως είναι και η δύναμή της. Δεν σου επιτρέπει να αποστασιοποιηθείς ούτε σου προσφέρει αναγνωστική άνεση. Σε ένα τέτοιο θέμα, αυτό δεν είναι αδυναμία αλλά συνειδητή επιλογή.
Η πρώτη έκδοση του βιβλίου το 1946 στην Ολλανδία πέρασε σχεδόν απαρατήρητη, εκτός από έναν μικρό κύκλο επιζώντων. Ίσως τότε ο κόσμος να μην ήταν έτοιμος ή να μην ήθελε να ακούσει. Πέρασαν δεκαετίες μέχρι να αναλάβει η οικογένειά του την επανέκδοση και τη μετάφραση σε περισσότερες γλώσσες, ώστε να φτάσει σε ευρύτερο κοινό. Η μεταγενέστερη αγγλική έκδοση, δεν είναι απλώς μια εκδοτική πράξη, αλλά η εκπλήρωση μιας ηθικής υποχρέωσης: Να ειπωθεί η αλήθεια όσο πιο καθαρά και άμεσα γίνεται.
Όπως αναφέρουν οι μαρτυρίες της οικογένειάς του, ο de Wind είχε εκφράσει ήδη από το 1945 την ανησυχία ότι όσα έζησαν δεν θα γίνονταν πιστευτά. Η ανάγκη του να καταγράψει, να τεκμηριώσει και να αφήσει μια αδιάψευστη μαρτυρία δεν ήταν μόνο προσωπική. Ήταν μια πράξη αντίστασης στη λήθη και κυρίως στην άρνηση.
Ολοκληρώνοντας θέλω να πω ότι το βιβλίο αυτό γράφτηκε ως παρακαταθήκη μνήμης. Το αν εμείς θα το διαβάσουμε ως λογοτεχνία ή ως ντοκουμέντο λέει περισσότερα για εμάς παρά για το ίδιο το έργο.
Αν αποφασίσετε να καρφώσετε ακόμα ένα καρφί στο φέρετρο του φασισμού, διαβάζοντας το, θα το βρείτε εδώ.
*Η κριτική δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο διαδικτυακό περιοδικό fractal.
