
Δικαιοσύνη, όχι εκδίκηση: Γιατί είμαι κατά της θανατικής ποινής
10 Ιουνίου, 2026
Book Review: Η ΤΡΙΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ του ΑΝΤΩΝΗ ΖΕΡΒΟΥ, από εκδόσεις BELL
10 Ιουνίου, 2026
Το σκοτάδι έχει μνήμη
Το «Μαύρο Δάσος» είναι το τρίτο βιβλίο της Μαρίας Ράπτη που διαβάζω και πλέον νιώθω σίγουρη να πω πως πρόκειται για μια συγγραφέα που ξέρει να δημιουργεί ενδιαφέρουσες ιστορίες.
Γνώρισα τη Μαρία Ράπτη μέσα από τα «Παιδικά Τραγουδάκια». Εκείνο το βιβλίο με κέρδισε και, όπως ήταν φυσικό, όταν βγήκε «Το σπίτι της», έσπευσα να το διαβάσω. Τώρα ήρθε και το «Μαύρο Δάσος». Σκέφτομαι μάλιστα ότι αυτοί οι τρεις τίτλοι μαζί θα μπορούσαν να φτιάξουν μια τρομακτική ιστορία. Spooky, έτσι;
Η ιστορία ξεκινά με την Αλίκη, μια ηθοποιό που είχε κάποτε τηλεοπτική επιτυχία και τώρα παλεύει με δεύτερους ρόλους, ανασφάλειες και τη διαρκή αίσθηση πως ίσως η μεγάλη της ευκαιρία πέρασε χωρίς να αφήσει σημάδι. Όταν ο φίλος της, ο Κρις, ένας βραβευμένος σκηνοθέτης με διεθνή καριέρα, της προτείνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια μεγάλη ταινία, η Αλίκη δέχεται. Έχει φόβους και αμφιβολίες, αλλά τελικά λέει το ναι.
Η παραγωγή μεταφέρεται σε ένα απομονωμένο ορεινό ξενοδοχείο στην Ήπειρο και από εκεί το βιβλίο γίνεται πιο πυκνό. Αυτό ισχύει τόσο για την πλοκή όσο και για την ατμόσφαιρα. Το δάσος δεν είναι απλώς το φόντο. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός, σκοτεινός, επίμονος και παλιός, που παρακολουθεί τους ανθρώπους με την υπομονή αυτού που ξέρει πως όλα, αργά ή γρήγορα, θα επιστρέψουν σε αυτόν.
Εδώ είναι και μια από τις πιο ενδιαφέρουσες επιλογές του βιβλίου: το δάσος δεν λειτουργεί ως σκηνικό, αλλά ως πίεση. Είναι ένας τόπος που επεμβαίνει, βαραίνει, παραμορφώνει τις σιωπές και αναγκάζει τους ανθρώπους να αποκαλυφθούν. Η φύση δεν ομορφαίνει το μυστήριο, το κάνει πιο άγριο.
Το «Μαύρο Δάσος» χτίζει τον ρυθμό του σιγά σιγά. Η ένταση ανεβαίνει, η ανησυχία μεγαλώνει και οι λεπτομέρειες αποκτούν σημασία. Η γλώσσα της Μαρίας είναι πάντα ένα από τα δυνατά της σημεία. Είναι προσεγμένη, καθαρή, με καλή γνώση της ελληνικής, χωρίς υπερβολές. Δεν γράφει για να εντυπωσιάσει, αλλά για να στηρίξει την ατμόσφαιρα, την ψυχολογία και το σταδιακό σφίξιμο της ιστορίας. Αυτό φαίνεται. Χειρίζεται άριστα τα εκφραστικά της μέσα, έχει αίσθηση οικονομίας και καταφέρνει να αποδίδει το σκοτάδι με συνέπεια.
Αν θα ήθελα κάτι παραπάνω, είναι λίγη περισσότερη εμβάθυνση στο κίνητρο πίσω από την εκδικητική εμμονή που υπάρχει σε ένα μέρος της ιστορίας. Όχι επειδή δεν λειτουργεί στην αφήγηση, αλλά επειδή σε ένα βιβλίο με τόσο καλή ψυχολογική ανάλυση, θα ταίριαζε μια πιο ουσιαστική εσωτερική εξήγηση. Η ανατροπή που ακολουθεί είναι δυνατή, αλλά θα προτιμούσα να είχε προετοιμαστεί λίγο καλύτερα, ώστε να μην φαίνεται τόσο έντονα στη ροή της ιστορίας.
Από την άλλη, αυτό είναι περισσότερο μια παρατήρηση για την ισορροπία και όχι κάποιο σοβαρό πρόβλημα. Η Μαρία έχει ήδη καταφέρει να μας κερδίσει με την ατμόσφαιρα, τον τρόπο που στήνει το τοπίο σαν ψυχική παγίδα, τη γλώσσα της και τις σιωπές που αφήνει να λειτουργούν στο βάθος.
Εξίσου ενδιαφέρον είναι το παιχνίδι με την υποκριτική. Η Αλίκη είναι ηθοποιός και βρίσκεται σε έναν χώρο όπου όλοι, λίγο-πολύ, παίζουν ρόλους. Η ιστορία αξιοποιεί έξυπνα αυτή τη συνθήκη. Πότε ερμηνεύεις; Πότε κρύβεσαι; Πότε παίζεις έναν ρόλο για να επιβιώσεις; Και πότε έχεις παίξει τόσο πολύ τον εαυτό που περιμένουν οι άλλοι, ώστε δεν ξέρεις πια ποιο κομμάτι είναι δικό σου και ποιο δανεικό; Το βιβλίο βάζει αυτά τα ερωτήματα στην πλοκή, στα σωστά σημεία.
Αυτό που ξεχωρίζει στο «Μαύρο Δάσος» είναι ο τρόπος που διαχειρίζεται το τραύμα. Το βιβλίο δεν το χρησιμοποιεί για εύκολη συγκίνηση ή ως απλή εξήγηση για όλα. Το τραύμα λειτουργεί υπόγεια. Δεν φαίνεται πάντα, αλλά επηρεάζει τα πάντα από μέσα.
Υπάρχει και το κοινωνικό σχόλιο, που δίνει στο μυθιστόρημα κάτι παραπάνω από ένα απλό ψυχολογικό θρίλερ. Η κακοποίηση, η παραμέληση, η σιωπή της κοινότητας, οι μικρές κοινωνίες που ξέρουν αλλά δεν μιλούν, οι άνθρωποι που ζουν σε κακοποιητικές σχέσεις, όλα αυτά υπάρχουν στο βιβλίο σαν φυσικά κομμάτια της ιστορίας.
Το «Μαύρο Δάσος» είναι για μένα ένα από εκείνα τα βιβλία που δείχνουν την εξέλιξη ενός συγγραφέα. Παίρνει όσα είχα ήδη εκτιμήσει στη Ράπτη στα «Παιδικά Τραγουδάκια» –τη γλωσσική ακρίβεια, την ψυχολογική παρατήρηση, την αίσθηση ρυθμού– και τα βάζει σε ένα πιο ώριμο, πιο ατμοσφαιρικό και πιο σύνθετο πλαίσιο.
Τελικά, αυτό που μένει δεν είναι μόνο το μυστήριο. Είναι η αίσθηση ότι το δάσος, αυτό το μαύρο, πυκνό και αμετακίνητο δάσος, δεν κρύβει απλώς μυστικά. Τα διατηρεί, τα τρέφει, τα περιμένει. Σε αυτό το βιβλίο τίποτα δεν χάνεται πραγματικά. Ούτε οι ενοχές, ούτε οι φόβοι, ούτε οι άνθρωποι που πίστεψαν πως μπορούν να περάσουν απαρατήρητοι μέσα στο σκοτάδι.
Γιατί το σκοτάδι, καμιά φορά, έχει πολύ καλή μνήμη.
Βρείτε το εδώ και καλή ανάγνωση.
*Η κριτική δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο διαδικτυακό περιοδικό fractal.gr.
