
«Τι να μαγειρέψω σήμερα;»
10 Ιουλίου, 2026
Δεν υπάρχουν επιθετικά σκυλιά, υπάρχουν ανεύθυνοι κηδεμόνες
18 Ιουλίου, 2026Το βιβλίο που με πέρασε μέσα από τη φωτιά
Δεν ξέρω τι περίμενα όταν ξεκίνησα το Να σώσουμε τη φωτιά, πάντως σίγουρα όχι αυτό. Με διέλυσε. Όχι επειδή είναι βίαιο, αν και είναι. Ούτε επειδή μιλά για έναν ακραίο έρωτα, αν και μιλά. Αλλά επειδή σε πετάει μέσα σε μια ιστορία όπου τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο, κανείς δεν είναι αθώος και η σωτηρία, αν υποθέσουμε πως υπάρχει, μοιάζει να περνά κυριολεκτικά πρώτα μέσα από τη φωτιά.
Σε δεύτερη σκέψη, θα έπρεπε να το περιμένω. Μιλάμε για βιβλίο του Guillermo Arriaga. Ότι έχω διαβάσει δικό του – και πιστέψτε με έχω διαβάσει ότι κυκλοφορεί μεταφρασμένο στα ελληνικά, με έχει συγκλονίσει.
Ο Arriaga δεν γράφει όμορφες ιστορίες. Δεν τον ενδιαφέρει να σε καλοπιάσει. Σε πετάει μέσα στον εκάστοτε κόσμο του, σε τοπία γεμάτα αρχέγονα ένστικτα, βία, ενοχές, σώματα, επιθυμίες, πληγές και ανθρώπους που δεν μπορούν να σώσουν ούτε τον εαυτό τους, πόσο μάλλον ο ένας τον άλλον. Κι όμως, μέσα σε όλη αυτή την αγριότητα, υπάρχει πάντα κάτι βαθιά ανθρώπινο. Κάτι που σε κάνει να συνεχίζεις, ακόμα κι όταν αυτό που διαβάζεις σε στριμώχνει.
Στο Να σώσουμε τη φωτιά, η ιστορία ξεκινά από μια φαινομενικά αδύνατη συνάντηση. Από τη μία, μια γυναίκα της υψηλής κοινωνίας, χορογράφος, καλλιεργημένη, ασφαλής φαινομενικά μέσα στον μικρόκοσμό της. Από την άλλη, ένας άντρας καταδικασμένος σε ισόβια, έγκλειστος σε μια κλειστή κοινωνία με τους δικούς της κανόνες, τη δική της βαρβαρότητα, τη δική της γλώσσα. Σκέφτομαι πως αυτό το σχήμα στα χέρια ενός άλλου συγγραφέα εύκολα θα μπορούσε να καταλήξει σε φτηνό μελόδραμα. Όχι όμως σε αυτά του Arriaga.
Αυτό που κατορθώνει εδώ ο συγγραφέας είναι να πάρει δυο ανθρώπους – που υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα συναντιόνταν ποτέ, και τους κάνει να συγκρουστούν με τον πιο απίθανο τρόπο. Προσέξτε, όχι να αγαπηθούν γλυκά και να σώσουν ο ένας τον άλλον με κάποιον μαγικό τρόπο και μετά ζήσαμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα. Κυριολεκτικά να συγκρουστούν. Να γδάρουν ο ένας την επιφάνεια του άλλου, να αποκαλύψουν όσα κρύβονται κάτω από την τάξη, την ευπρέπεια, την τέχνη, την εγκληματικότητα, την επιθυμία και την κοινωνική θέση. Και κάτω από όλα αυτά βλέπουμε να γεννιέται κάτι που δύσκολα μπορούμε να του δώσουμε το όνομα έρωτας, αφού περισσότερο είναι πάθος, είναι εμμονή, είναι ανάγκη, είναι αυτοκαταστροφή, είναι μια απέλπιδα προσπάθεια να νιώσει κανείς ζωντανός όταν μέσα του νιώθει ήδη νεκρός.
Ο Guillermo Arriaga για όσους και όσες δεν τον γνωρίζουν είναι βραβευμένος κινηματογραφικός σεναριογράφος, γνωστός μεταξύ άλλων για τα σενάρια των ταινιών Χαμένες αγάπες, 21 γραμμάρια και Βαβέλ, για το οποίο μάλιστα είχε προταθεί για το Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου (κακώς που δεν το πήρε αν με ρωτάτε). Οι ιστορίες του λοιπόν έχουν κάτι βαθιά κινηματογραφικό. Ξέρει πού να κόψει τη σκηνή. Ξέρει πότε να αφήσει μια σιωπή να βαραίνει περισσότερο από μια εξήγηση. Ξέρει να στήνει πρόσωπα, σώματα, χώρους, βλέμματα. Διαβάζεις και βλέπεις. Ακούς. Μυρίζεις σχεδόν τη φυλακή, τον φόβο, τον ιδρώτα, την ένταση. Υπάρχουν σελίδες που μοιάζουν να είναι φωτισμένες από έναν πολύ σκληρό προβολέα, από εκείνους που δεν κολακεύουν κανένα πρόσωπο.
Και όμως, το βιβλίο δεν είναι απλώς κινηματογραφικό. Είναι λογοτεχνία με βάρος, με νεύρο και με μια γλώσσα που δεν φοβάται να γίνει ωμή, βρόμικη και άβολη, αλλά ποτέ χάριν εντυπωσιασμού. Η βία εδώ δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο. Είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ένας ολόκληρος κόσμος. Η βία υπάρχει στη φυλακή, υπάρχει στην κοινωνική ανισότητα, υπάρχει στο σώμα, υπάρχει στον έρωτα, υπάρχει στην οικογένεια, υπάρχει παντού.
Το Να σώσουμε τη φωτιά μεταξύ άλλων είναι και ένα βιβλίο για τα αόρατα σύνορα που χωρίζουν τους ανθρώπους πολύ πριν τους χωρίσουν οι πράξεις τους. Για το ποιος έχει δικαίωμα στην τέχνη, στην επιθυμία, στη δεύτερη ευκαιρία, στη συγχώρεση. Για το πώς μπορούμε να μιλάμε για ηθική όταν δεν έχει χρειαστεί ποτέ να ζήσουμε στην κόλαση. Χωρίς να δικαιολογεί τα πάντα, ο Arriaga αναγκάζει με τον τρόπο του τον αναγνώστη να κοιτάξει θέματα τα οποία διαφορετικά θα προσπερνούσε
Οι χαρακτήρες του βιβλίου δεν είναι φτιαγμένοι για να τους αγαπήσεις εύκολα. Κάνουν λάθη, από τα οποία δεν μαθαίνουν και τα επαναλαμβάνουν. Προκαλούν με τις πράξεις τους, απωθούν τον περίγυρό τους και πληγώνουν τους οικείους τους. Κάποιες φορές σου έρχεται να τους δείρεις, ενώ άλλες κατανοείς τα κίνητρά τους. Μερικές φορές αναζητάς την απόσταση γιατί η ένταση είναι τόση που γίνεται σχεδόν ασφυκτική. Η αλήθεια όμως είναι πως τους ήρωες του Arriaga απλά δεν μπορείς να τους απαρνηθείς. Δεν είναι χάρτινοι. Δεν είναι καρικατούρες, σύμβολα που περιφέρονται για να υπηρετήσουν μια ιδέα. Είναι αληθινοί άνθρωποι γεμάτοι αντιφάσεις, και ο συγγραφέας τολμά να τους κρατά αυθεντικούς για χάρη μας.
Αυτό που με κέρδισε περισσότερο είναι ότι το βιβλίο δεν σου ζητά συγχώρεση για την υπερβολή του. Είναι ένα μυθιστόρημα πληθωρικό, ορμητικό, με στιγμές που σε παρασέρνουν και στιγμές που σε κάνουν να σταματάς γιατί αυτό που διάβασες σου έκατσε σαν βράχος στο στέρνο. Και ναι, μπορεί κάποιες φορές να φλερτάρει με το ακραίο, αλλά αυτό είναι μέρος της φύσης του. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς χωρίς να προδώσει τον εαυτό του.
Ξέρω πως δεν είναι βιβλίο για όλους. Θέλει γερό στομάχι, όχι μόνο λόγω της βίας, αλλά κυρίως λόγω της ηθικής του αστάθειας. Όμως για εμένα δεν ήταν απλά μια ανάγνωση. Ήταν μια εμπειρία. Έχω κλείσει εδώ και μέρες το βιβλίο κι όμως το κουβαλώ μέσα μου ακόμη. Τις εικόνες του, τους ανθρώπους του, την αίσθηση ότι πέρασα μέσα από κάτι βίαιο και όμορφο μαζί. Κι επέζησα.
Τολμήστε να το διαβάσετε. Θα το βρείτε εδώ.
*Η κριτική δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο διαδικτυακό περιοδικό fractal.gr.
**Η φωτό είναι δημιουργία Τ.Ν.

