
Έξω από το βιβλιοπωλείο “Atlantis Books” στη Σαντορίνη…
7 Ιανουαρίου, 2026
Προστασία του περιβάλλοντος, ανακύκλωση, βιωσιμότητα. Οι λέξεις που έγιναν branding
11 Ιανουαρίου, 2026
Θέλω να σας μιλήσω για τον “Θεριστή τη Νύχτα” όχι ως παρουσίαση, αλλά ως ανάγκη. Χωρίς αποστάσεις και χωρίς φίλτρα. Όχι σαν συγγραφέας που μιλά για το βιβλίο της αλλά σαν άνθρωπος που κάποτε είχε μια ιστορία και αισθάνθηκε την ανάγκη να την αφήσει να ακουστεί.
Ο Θεριστής δεν γεννήθηκε από κάποια μεγάλη, επιβλητική ιδέα. Ξεκίνησε χαμηλόφωνα, μέσα από μια άσκηση δημιουργικής γραφής. Κάτι μικρό, σχεδόν αθώο, που όμως κόλλησε στο μυαλό μου και δεν έλεγε να φύγει. Τότε φυσικά δεν ήξερα ότι θα γίνει βιβλίο. Ήξερα μόνο ότι η ιστορία με τραβούσε επίμονα προς το Λονδίνο του 1888, προς μια εποχή που νομίζουμε ότι γνωρίζουμε, επειδή τυχαίνει να έχουμε ακούσει ξανά και ξανά ένα όνομα: Τζακ ο Αντεροβγάλτης.
Πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι δεν ήθελα να γράψω άλλη μια ιστορία γι’ αυτόν. Δεν με ενδιέφερε να σταθώ πάνω από τον δολοφόνο, ούτε να τον αναλύσω. Άλλωστε το έχουν κάνει εκατοντάδες άλλοι αυτό πριν από εμένα και μάλιστα πολύ πετυχημένα. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν ο “κόσμος” γύρω από τον Αντεροβγάλτη. Οι άνθρωποι που ζούσαν τότε. Οι γυναίκες και η θέση τους στην κοινωνία. Οι ζωές που περνούσαν απαρατήρητες, σαν να είχαν μικρότερη αξία. Η φτώχεια, η πατριαρχία, ο φόβος που γινόταν καθημερινή συνθήκη. Ο Θεριστής, για μένα, δεν είναι πρόσωπο. Είναι μηχανισμός. Είναι όλα εκείνα που θερίζουν ανθρώπους σιωπηλά, χωρίς απαραίτητα ν’ αφήνουν σημάδια.
Μέσα σε αυτόν τον κόσμο γεννήθηκε και η πρωταγωνίστριά μου. Μια γυναίκα που προσπαθεί απλώς να σταθεί όρθια. Που παλεύει με το σώμα της, με μια ασθένεια που δεν εξηγείται εύκολα, με το θολωμένο μυαλό της, με την ανάγκη να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Δεν ήθελα να είναι “ηρωίδα”. Ήθελα να είναι άνθρωπος. Να φοβάται, να αμφιβάλλει, να μην είναι πάντα σίγουρη για τις επιλογές της. Και φυσικά να κάνει λάθη.
Ο Θεριστής, για μένα, δεν είναι πρόσωπο. Είναι μηχανισμός. Είναι όλα εκείνα που θερίζουν ανθρώπους σιωπηλά, χωρίς απαραίτητα ν’ αφήνουν σημάδια.
Η σχέση της με την παραμάνα της, είναι από τα πιο σημαντικά κομμάτια του βιβλίου για μένα. Είναι μια σχέση αγάπης χωρίς μεγάλα λόγια. Αγάπη που φαίνεται στις πράξεις, στην παρουσία, στο “είμαι εδώ, δίπλα σου”. Σε έναν κόσμο σκοτεινό και σκληρό, αυτή η σχέση ήταν το φως που χρειαζόμουν κι εγώ η ίδια για να συνεχίσω να γράφω αυτήν την τόσο σκοτεινή ιστορία.
Η έρευνα για το βιβλίο ήταν παραπάνω από απαραίτητη. Διάβασα εφημερίδες της εποχής, βιβλία μελετητών, κοίταξα χάρτες, προσπάθησα να καταλάβω πώς ζούσαν τότε οι άνθρωποι, τι φοβούνταν, πώς μιλούσαν. Ήθελα το Λονδίνο να μην είναι απλώς σκηνικό. Να αναπνέει. Να έχει υγρασία, ομίχλη, θόρυβο. Να ακούς τα άλογα να τριποδίζουν στα πλακόστρωτα, τους πωλητές των εφημερίδων στους δρόμους. Παρ’ όλα αυτά, δεν έγραψα ιστορικό δοκίμιο. Έγραψα μυθοπλασία. Και εκεί άφησα τη φαντασία μου να κάνει τη δουλειά της.
Η γραφή του Θεριστή δεν ήταν εύκολη. Υπήρξαν στιγμές που χρειάστηκε να κάνω πίσω, να σταματήσω, να πάρω απόσταση. Δεν μένεις για πολύ μέσα σε έναν τέτοιο κόσμο χωρίς να σε επηρεάσει. Όμως ήξερα ότι αυτή η ιστορία δεν έπρεπε να ωραιοποιηθεί. Δεν έπρεπε να γίνει πιο “μαλακή” απ’ όσο είναι. Ήθελα να “πονάει” όσο χρειάζεται, γιατί μόνο έτσι θα ήταν ειλικρινής.
Η γραφή του Θεριστή δεν ήταν εύκολη. Υπήρξαν στιγμές που χρειάστηκε να κάνω πίσω, να σταματήσω, να πάρω απόσταση. Δεν μένεις για πολύ μέσα σε έναν τέτοιο κόσμο χωρίς να σε επηρεάσει.
Αν κάτι θα ήθελα να μείνει όταν κλείσει το βιβλίο, δεν είναι η λύση ενός μυστηρίου. Είναι τα ερωτήματα. Πόσο εύκολα μια κοινωνία αποφασίζει ποιοι χωράνε και ποιοι περισσεύουν; Πόσο εύκολα συνηθίζουμε τη βία όταν δεν μας αγγίζει άμεσα; Και πόση δύναμη μπορεί να έχει ένας άνθρωπος, ακόμη κι όταν όλα γύρω του τον σπρώχνουν προς το σκοτάδι;
“Ο Θεριστής τη Νύχτα” είναι το βιβλίο που έπρεπε να γράψω. Όχι για να πω μια ιστορία τρόμου, αλλά για να μιλήσω για τον άνθρωπο που ζει μέσα στον τρόμο. Και αν σήμερα σας μιλώ γι’ αυτό, το κάνω γιατί πιστεύω ότι οι ιστορίες δεν τελειώνουν όταν κλείνει το βιβλίο. Συνεχίζουν και δουλεύουν μέσα μας. Και, ίσως, μας ζητούν να κοιτάξουμε τα πράγματα λίγο πιο καθαρά .
Αν έχετε ήδη διαβάσει το βιβλίο ή αν σκοπεύετε να το διαβάσετε, θα χαρώ πραγματικά να ακούσω τις σκέψεις και τις εντυπώσεις σας. Οι ιστορίες, για μένα, αποκτούν νόημα όταν ανοίγουν διάλογο. Μπορείτε να μου γράψετε μέσω της φόρμας επικοινωνίας και να τα πούμε.
Σημείωση: Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο writingspots.com.
