
🖉 Εν ριπή μολυβιού
16 Δεκεμβρίου, 2025
Book Review: ΚΑΙΡΟΣ ΤΟΥ ΘΕΡΙΖΕΙΝ, της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΜΕΤΑΞΑ, από εκδόσεις Μίνωα
19 Δεκεμβρίου, 2025
Ο ψυχίατρος κοίταξε πρώτα το ρολόι στον τοίχο και μετά το πρόγραμμα των ραντεβού του. Τελευταίος για σήμερα:
- 22:00 – ΝΠ.ΕE (νέος πελάτης, εξαιρετικά επείγον)
Άφησε ένα μικρό αναστεναγμό. Παραμονή Πρωτοχρονιάς, έξω η πόλη γιόρταζε κι εκείνος –ανάθεμα την τύχη του– είχε ακόμη μία συνεδρία μπροστά του.
Η γραμματέας του είχε φύγει, έτσι όταν ακούστηκε το διστακτικό χτύπημα σηκώθηκε και άνοιξε ο ίδιος.
«Περάστε» είπε, αφήνοντας χώρο για τον κοντόχοντρο άντρα με τα κοκκινισμένα μάγουλα. Είχε ήδη αφήσει το μπουφάν του στην είσοδο και το νερό από το γένι του έσταζε στο λευκό του πουκάμισο.
Το βλέμμα του γιατρού έπεσε στο κόκκινο παντελόνι εργασίας. Παράταιρο για την ημέρα και την ώρα μα άνετο. Οι μπότες του άφηναν λάσπες στο πάτωμα. Μύριζε παγωμένο αέρα, κανέλα και κάτι… ζωικό.
Τον κάλεσε να καθίσει. «Ας ξεκινήσουμε», είπε χαμογελώντας επαγγελματικά. «Τι σας φέρνει λοιπόν τόσο αργά;»
«Καλησπέρα σας και να με συγχωρείτε για την ώρα» δικαιολογήθηκε ενώ καθόταν προσεκτικά στον καναπέ, σαν να φοβόταν μη τον σπάσει. Έπλεξε τα χέρια του πάνω στην στρογγυλή κοιλιά του και κοίταξε για λίγο το χαλί.
«Η δουλειά» είπε τελικά. «Κυρίως η δουλειά. Και λίγο η γυναίκα μου».
«Άρα μιλάμε για υπερκόπωση;» ρώτησε ο γιατρός σημειώνοντας “Burnout;” στο μπλοκάκι του.
«Νομίζω ότι είμαι στο τσακ να βάλω φωτιά σε όλα» είπε εκείνος ήρεμα. «Αν και αυτό θα ήταν επικίνδυνο για τα αποθέματα».
Ο γιατρός σήκωσε το βλέμμα. «Τι ακριβώς κάνετε;»
«Εργάζομαι στην οικογενειακή μας επιχείρηση· παραγωγής και διανομής προϊόντων. Καμία σχέση με πολυεθνικές, αν και, πώς να το πω… η διανομή μας είναι διεθνούς εμβέλειας».
«Διεθνούς εμβέλειας, μάλιστα. Και πώς είναι δομημένη η εργασία σας;»
«Ε, κοιτάξτε…» ξεκίνησε να εξηγεί ο άντρας. «Ολόκληρο τον χρόνο σχεδιάζουμε, οργανώνουμε, λαμβάνουμε παραγγελίες, κάνουμε λίστες… αλλά ουσιαστικά όλο το βάρος πέφτει σε μία μόνο μέρα. Τα προϊόντα πρέπει να παραδοθούν απαξάπαντος εκείνη την ημέρα. Χωρίς περιθώριο αναβολής».
«Ακούγεται σαν εξαιρετικά απαιτητικό έργο διαχείρισης υλικού. Φαντάζομαι έχετε πολύ και αρκετά πιεσμένο προσωπικό, σωστά;»
Ο άντρας έβγαλε έναν ήχο ανάμεσα σε γέλιο και ξεφύσημα. «Αρκετό ναι, πιεσμένο όμως; Όχι, δεν θα το έλεγα. Ο μόνος που πιέζεται είμαι εγώ. Έχετε δει ανθρώπους να τρέχουν πάνω κάτω σε διάδρομους με καταλόγους στα χέρια, να φωνάζουν αστειότητες ο ένας στον άλλο και να τρώνε κουλούρια με κανέλα και σταφίδες αντί για κανονικό φαγητό; Κάτι τέτοιους παλαβιάρηδες έχω. Και μην με παρεξηγείτε, τους αγαπώ. Είναι όλοι τους φανταστικά παιδιά, φιλότιμα κι εργατικά, αλλά όταν φτάνει ο Δεκέμβρης, είναι σαν να δουλεύω ταυτόχρονα με εκατό χύτρες ταχύτητας που βράζουν το φουλ. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε…»
Ο ψυχίατρος χαμογέλασε ευγενικά κι έγνεψε.
«Οπότε, βάρβαρα ωράρια, πολλές υπερωρίες, δύσκολοι συνεργάτες …»
«Κι εργασία εκτός έδρας βεβαίως. Να μην το ξεχνάμε αυτό» πρόσθεσε ο άντρας. «Συνθήκες κάπως… ακραίες. Και ένα deadline που δεν μετακινείται ποτέ. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να πω “ε δεν βαριέσαι, ας το πάμε για την άλλη εβδομάδα”».
«Γιατί;»
«Γιατί έτσι είναι. Είναι παράδοση. Αν δεν γίνει όταν πρέπει, δεν έχει νόημα. Έχει φύγει η μαγεία. Καταλαβαίνετε…»
Ο γιατρός έγνεψε και έγραψε κάτι βιαστικά. Αίσθηση υπερβολικής ευθύνης, ταύτιση με τον ρόλο, φόβος απώλειας… νοήματος.
«Μου λέτε ότι νιώθετε πως αν δεν προλάβετε, χάνεται η αξία αυτού που κάνετε;»
«Ακριβώς. Οι πελάτες μας…» Σταμάτησε και διόρθωσε. «Το κοινό μας, τέλος πάντων, είναι απαιτητικό. Στέλνουν πάρα πολλές επιστολές. Αναλυτικές κιόλας. Και ζητούν πράγματα. Και μετά αλλάζουν γνώμη· τελευταία στιγμή. Σας φαίνεται λογικό εσάς αυτό;»
«Απολύτως. Ζούμε στην εποχή της άμεσης ικανοποίησης. Ο πελάτης θέλει να πάρει αυτό που θέλει, όταν το θέλει, όπως το θέλει. Μα τι είδους προϊόντα είναι αυτά τέλος πάντων;»
Ο άντρας κούνησε το χέρι του αόριστα. «Διάφορα. Από τεχνολογικά είδη μέχρι πολύ απλά, χειροποίητα προϊόντα. Κάποιοι ζητάνε αντικείμενα, άλλοι εμπειρίες, άλλοι… πράγματα που δεν αγοράζονται. “Θέλω να με αγαπάνε”, “θέλω να γίνω ορατός”, “θέλω να γίνω αόρατος”, “θέλω να σταματήσουν να τσακώνονται οι γονείς μου”. Μα μπαίνουν αυτά σε ένα κουτί με φιόγκο;»
Ο ψυχίατρος τον κοίταξε πιο προσεκτικά. «Και πως τα διαχειρίζεστε αυτά;»
«Τα σημειώνουμε. Όλα. Κρατάμε ένα αρχείο με το ποιος ζήτησε τι, πότε, γιατί… Κάποιες φορές σκέφτομαι ότι αν έρθει ποτέ ο έλεγχος προσωπικών δεδομένων, θα μας κλείσουν μέσα. Δεν είμαι σίγουρος ότι συμμορφωνόμαστε με κανένα GDPR» κατέληξε σκουπίζοντας το μέτωπό του με ένα άσπρο μαντήλι.
Ο γιατρός έβηξε για να κρύψει ένα γέλιο. Τι ήταν αυτό που του είχε λάχει βραδιάτικα; «Ας επιστρέψουμε λίγο σε εσάς» βιάστηκε να ρωτήσει. «Ποια είναι τα συμπτώματα που βιώνετε;»
«Αϋπνία κυρίως. Και ευερεθιστότητα. Α, και τρώω πολύ. Μετά τρώω άλλο λίγο. Μετά παθαίνω δυσπεψία. Και μετά μου λέει η γυναίκα μου ότι θα πεθάνω από το πολύ φαΐ. Και έχω συνεχώς την αίσθηση ότι με παρακολουθούν. Ότι με κρίνουν. Σαν κάποιος να σημειώνει αν είμαι καλός ή κακός στη δουλειά μου. Και το χειρότερο; Τον υπόλοιπο χρόνο που τα πράγματα είναι πιο ήρεμα, δεν ξέρω τι να κάνω με τον εαυτό μου. Σαν να μην έχω ταυτότητα εκτός σεζόν».
«Μάλιστα. Μιλήσατε για τη γυναίκα σας. Πείτε μου λίγο για εκείνη».
Ο άντρας χαλάρωσε για πρώτη φορά και το πρόσωπό του γαλήνεψε. «Είναι γλυκιά» είπε. «Πολύ. Είναι ο άνθρωπος που κρατάει όλο αυτό το πράγμα όρθιο. Χωρίς εκείνη, θα είχαμε κλείσει προ πολλού. Έχει ιδέες, οργανώνει, παρακολουθεί τις πρώτες ύλες, την παραγωγή, την ποιότητα. Μου φτιάχνει ζεστά ροφήματα όταν ξενυχτάω». Χαμογέλασε με τρυφερότητα.
«Αλλά;»
«Αλλά, όταν πάω να κάτσω πέντε λεπτά, όταν λέω “ας πιω ένα ποτήρι οινόμελο, ας κοιτάξω λίγο το ταβάνι”, έρχεται και μου λέει: “Έκανες το update στα δρομολόγια; Ξανακοίταξες τη λίστα με τις ειδικές περιπτώσεις; Μήπως να προσέξεις λίγο την υγεία σου; Πώς θα ανέβεις εκεί πάνω αν λαχανιάζεις στις σκάλες;”»
«Στις σκάλες;» απόρησε ο γιατρός.
«Τρόπος του λέγειν» διόρθωσε ο άντρας κουνώντας το χέρι στον αέρα σαν τροχονόμος. «Καταλαβαίνετε τέλος πάντων. Είναι γλυκιά, αλλά όταν χαλαρώνω, ξαφνικά μεταμορφώνεται σε Κέρβερο».
Ο ψυχίατρος καθάρισε τον λαιμό του σε μια προσπάθεια να κρύψει το γέλιο που αυθόρμητα ανέβηκε και πάλι στα χείλη του. «Άρα νιώθετε πως ακόμη και στο σπίτι δεν υπάρχει πραγματικός χώρος ηρεμίας» κατέληξε.
«Ακριβώς. Κοιτάξτε, εκείνη θέλει απλά να ζήσω πολλά και καλά χρόνια. Και μη με παρεξηγείτε, κι εγώ το θέλω αλλά νισάφι με την δουλειά. Και κάθε χρόνο είναι πιο δύσκολο. Ο κόσμος απαιτεί περισσότερα, οι παραγγελίες αυξάνονται, οι αποστάσεις δεν μικραίνουν, μόνο εγώ μεγαλώνω».
«Δεν μπορείτε να αναθέσετε εργασίες σε άλλους; Να εκχωρήσετε αρμοδιότητες; Δεν γίνεται να περνάνε όλα από εσάς».
Ο άντρας τον κοίταξε με θλιμμένο βλέμμα. «Αμ, εδώ είναι το θέμα. Όλοι περιμένουν εμένα προσωπικά. Είναι μέρος της δουλειάς αυτό. Αν αρχίσω να στέλνω άλλους στη θέση μου, θα διαμαρτυρηθούν».
Στο γραφείο απλώθηκε σιωπή. Ο γιατρός έγραψε άλλη μία σημείωση. Υπερ-προσωποποίηση ρόλου. Σύνδρομο σωτήρα. Ίσως και λίγο μεγαλομανία;
«Πώς θα θέλατε να είναι τα πράγματα ιδανικά;»
Ο άντρας ακούμπησε πίσω, κοιτάζοντας το ταβάνι. «Θα ήθελα να μπορούσα να πω κάποια στιγμή: “Ξέρετε; Φέτος δεν θα τα καταφέρω όλα. Θα κάνω ό,τι μπορώ, αλλά δεν θα σας προλάβω όλους. Λυπάμαι”. Και επίσης θα ήθελα ενώ κάνω τη δουλειά μου να μη χρειάζεται να χαμογελάω συνεχώς σαν ηλίθιος, ενώ το μόνο που θέλω να κάνω είναι να κλάψω από την εξάντληση».
Ο ψυχίατρος χαμογέλασε, αυτή τη φορά με κατανόηση. «Αυτό ακούγεται πολύ ανθρώπινο» παραδέχτηκε. «Δεν είστε μηχανή. Όσο κι αν το περιβάλλον σας αντιμετωπίζει σαν κάτι σχεδόν μυθικό, εσείς έχετε σώμα, όρια».
Ο άντρας τον κοίταξε με απορία. «Μυθικό;» ρώτησε.
«Τρόπος του λέγειν» διόρθωσε ο ψυχίατρος με τη σειρά του. «Πώς νιώθετε όταν δεν είστε στη δουλειά; Όταν είναι, ας πούμε, Ιούλιος;»
Ο άντρας το σκέφτηκε για λίγη ώρα. «Σαν φουσκωτό που έσκασε» είπε εν τέλει. «Περιφέρομαι χωρίς σκοπό. Είναι σαν να μην υπάρχω. Κανείς δεν περιμένει τίποτα από εμένα. Κι εγώ δεν ξέρω πώς να υπάρχω τότε».
«Οπότε μου λέτε πως η ταυτότητά σας είναι απολύτως δεμένη με αυτό που προσφέρετε» συμπέρανε ο ψυχίατρος. «Αν δεν προσφέρετε, νιώθετε σχεδόν αόρατος».
«Ναι. Και κουρασμένος. Πολύ κουρασμένος. Τόσο, που ακόμη και τώρα που μιλάμε, μετράω στο πίσω μέρος του μυαλού μου πόση ώρα έχω μέχρι να πρέπει να φύγω».
Ο γιατρός κοίταξε ασυναίσθητα το ρολόι στον τοίχο απέναντί του. Ήταν 23:40. Μα πώς πέρασε έτσι η ώρα; Κόντευαν να κλείσουν δίωρο και ούτε καν το κατάλαβε.
Πριν προλάβει να πει κάτι, ακούστηκε ένας ήχος έξω από το παράθυρο. Σαν κουδουνάκια. Ύστερα, κάτι πιο βαρύ, σαν ρουθούνισμα μεγάλου ζώου. Ο ήχος ήρθε σαν αστραπή, χτύπησε τα τζάμια και έσβησε.
«Αυτά τα παλιόπαιδα, γιατί δεν τα μαζεύουν σπίτι οι γονείς τους, δεν καταλαβαίνω» μουρμούρισε συνοφρυωμένος.
«Ωχ» ξεφώνισε ο άντρας και πετάχτηκε όρθιος. «Ξεκίνησαν. Αν δεν φύγω τώρα, δεν θα προλάβω να ολοκληρώσω τη διανομή».
«Έχετε απόψε διανομή;» ρώτησε ο γιατρός, ξαφνιασμένος.
Ο άντρας τον κοίταξε σαν να έβλεπε καθυστερημένο. «Εεε φυσικά. Δεν είπαμε; Διεθνής διανομή, νυχτερινή βάρδια;» εξήγησε σαν να μιλούσε σε πεντάχρονο.
Πήγε προς την πόρτα την άνοιξε και πριν βγει είπε: «Γιατρέ σας ευχαριστώ πολύ που δεχτήκατε να με δείτε. Η κουβέντα μας μου έδωσε δύναμη να συνεχίσω απόψε».
Προχώρησε προς την έξοδο και πήρε το παλτό του από την κρεμάστρα. Ο ψυχίατρος που τον είχε ακολουθήσει έμεινε να τον κοιτά σαν στήλη άλατος την ώρα που το φορούσε. Ήταν κατακόκκινο, χοντρό, με λευκή γούνα στο γιακά και στα μανίκια. Από την τσέπη του ξεπρόβαλε ένα χοντρό, μάλλινο γάντι. Κόκκινο κι αυτό!
Ένιωσε τον λαιμό του να στεγνώνει. «Ξέρετε» είπε διστακτικά. «Ίσως να χρειαστούμε και δεύτερη συνεδρία. Το θέμα σας έχει πολλές διαστάσεις. Θα μπορούσαμε να δουλέψουμε με τα όρια, με αυτοφροντίδα, με…» ξεκίνησε να λέει.
«Θα το ήθελα πολύ» τον διέκοψε ο άντρας σφίγγοντας τη μαύρη δερμάτινη ζώνη γύρω από την χοντρή κοιλιά του. «Αλήθεια. Αλλά αυτή τη στιγμή, πρέπει φύγω. Με περιμένει εκεί έξω το όχημά μου και μερικά εκατομμύρια παραγγελίες. Χαμογέλασε κουρασμένα. «Ίσως του χρόνου; Αν είμαι ακόμη όρθιος».
Πλησίασε την πόρτα. Ο γιατρός άπλωσε το χέρι σχεδόν ασυναίσθητα.
«Κύριε… Εεε» τραύλισε… «Μια τελευταία ερώτηση. Αν, λέω αν, δεν προλαβαίνατε όλες τις παραγγελίες. Αν κάποιοι έμεναν χωρίς… προϊόν. Τι θα γινόταν;»
Ο άντρας κοντοστάθηκε, με το χέρι στο πόμολο. «Θα στενοχωριόντουσαν» είπε ήσυχα. «Θα ένιωθαν παραμελημένοι. Κι εγώ… εγώ δεν μπορώ να το αντέξω αυτό».
Άνοιξε την πόρτα και ένα ρεύμα παγωμένου αέρα όρμησε στο γραφείο. Από κάπου πολύ κοντά ακούστηκε καθαρά γκρουνθισμός ζώου και κουδουνάκια. Ο γιατρός έμεινε στήλη άλατος. «Σας εύχομαι καλή δύναμη» κατάφερε να ψελλίσει.
Ο άντρας γύρισε, με το χέρι σηκωμένο σαν να χαιρετούσε πλήθος. «Και σε εσάς, ήρεμες γιορτές» είπε κι απομακρύνθηκε.
Ο ψυχίατρος έκλεισε την πόρτα πίσω του και εγείρε για λίγο επάνω της. Το βλέμμα του έπεσε σε ένα αντικείμενο που βρισκόταν καταμεσής στο πάτωμα. Το σήκωσε. Ένα κόκκινο γάντι. Άνοιξε με βιάση την πόρτα φωνάζοντας «Κύριε…». Δεν ήταν κανείς έξω. Ερημιά. Μοναχά στον ουρανό, για ένα δευτερόλεπτο, του φάνηκε πως είδε κάτι να περνά ψηλά, πολύ ψηλά. Ένα σχήμα που δεν ταίριαζε ούτε με αεροπλάνο ούτε με πουλί. Κούνησε το κεφάλι του. «Burnout» μουρμούρισε. «Σίγουρα burnout».
Έβαλε το κόκκινο γάντι στην δεξιά του τσέπη, ξαναγύρισε στο γραφείο του, πήρε το παλτό και την τσάντα του, έσβησε τα φώτα και βγήκε κι εκείνος στη νύχτα, που μύριζε βρεγμένη άσφαλτο και κάτι ανεπαίσθητα γλυκό. Στα αυτιά του έφτασε ο ήχος από καμπανάκια και ένα γέλιο βαρύ. ΧΟ ΧΟ ΧΟ!
«Μπαμπααά, μπαμπααά! Ξύπνα!» Τα δυο πιτσιρίκια όρμησαν πάνω στο κρεβάτι, βγάζοντάς τον απότομα από τον ύπνο. «Έλα να ανοίξουμε τα δώρα μας! Έλα, έλα! Πάμεεε!»
Ο ψυχίατρος χαμογέλασε με το ένα μάτι μισάνοιχτο και τα πήρε αγκαλιά, αφήνοντας τα ζεστά, κορμάκια τους να τον επαναφέρουν στην πραγματικότητα.
«Καλά, καλά, βρε διαβόλια… αφήστε με να σταθώ πρώτα στα πόδια μου» μουρμούρισε γελώντας.
Καθώς σηκωνόταν, η θύμηση του χθεσινού ονείρου άναβε ακόμη σαν κάρβουνο στο πίσω μέρος του μυαλού του. Πόσο ζωντανό… Απίστευτο..
Πήρε από την ντουλάπα ένα παντελόνι και ένα φρεσκοσιδερωμένο πουκάμισο και το ίδιο σακάκι που φορούσε το προηγούμενο βράδυ. Κατέβηκε τις σκάλες τρίβοντας το πρόσωπό του, μισοξύπνιος.
Μόλις έφτασε στο σαλόνι, κοντοστάθηκε χαμογελώντας με την εικόνα. Τα παιδιά ήταν ήδη μπροστά στο δέντρο, γονατισμένα, χαμένα μέσα σε κορδέλες και περιτυλίγματα. Τα χαχανητά τους έσκαγαν σαν μικρές εκρήξεις.
Το δωμάτιο μύριζε έλατο, κακάο και κάτι ακόμη… μια γλυκιά νότα που του τράβηξε την προσοχή. Έγειρε το κεφάλι – προσπαθούσε να θυμηθεί…
Έβαλε τα χέρια στις τσέπες. Τι ήταν αυτό;
Το χαμόγελο πάγωσε. Το βλέμμα κατέβηκε αργά.
Στη δεξιά τσέπη κάτι υπήρχε. Υφασμάτινο. Μαλακό. Γνώριμο.
Το έβγαλε.
Ένα κατακόκκινο μάλλινο γάντι με λευκή γούνινη μανσέτα.
![]()
Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι δημιουργία προγράμματος τεχνητής νοημοσύνης
©Γιώτα Βασιλείου, Δεκέμβριος 2025
