
Νυχτερινός εισβολέας
3 Ιουλίου, 2025
Δίψα
3 Ιουλίου, 2025Άνοιξα τα μάτια μου με δυσκολία, σαν να τα κρατούσε κάτι από μέσα κλειστά. Ο ύπνος δεν ήταν απλώς ύπνος. Ήταν βύθιση. Τα χάπια είχαν απλώσει ένα παχύ, ζεστό πέπλο γύρω μου και για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήξερα πού βρισκόμουν. Το βουητό όμως της καμπίνας, σταθερό και χαμηλό, με επανέφερε.
Σήκωσα το σκίαστρο. Το φως εισέβαλε άγριο. Δίπλα μου ένας άντρας ροχάλιζε ρυθμικά, αδιάφορος για την κάθοδο. Το αεροπλάνο έγερνε ελαφρά. Κατεβαίναμε.
Πάντα μισούσα αυτή τη στιγμή. Την απογείωση και την προσγείωση. Το μέταλλο είναι βαρύ και ο ουρανός δεν είναι φτιαγμένος για να κρατάει βαριά σώματα. Έσφιξα το μπράτσο του καθίσματος με το ένα χέρι. Με το άλλο άγγιξα μηχανικά το σταυρουδάκι μου, δώρο της μητέρας μου όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο.
«Παρακαλούμε δέστε τις ζώνες σας».
Το έκανα. Ο διπλανός μου δεν κουνήθηκε. Μια αεροσυνοδός τον ταρακούνησε απαλά. Εκείνος άνοιξε τα μάτια, ενοχλημένος, σαν να τον διέκοπταν από κάτι σημαντικό.
Το αεροπλάνο άρχισε να κατεβαίνει κι εν τέλει ακούμπησε στο έδαφος με έναν δυνατό κραδασμό. Μέταλλο που χτυπάει σε μέταλλο. Ένα σύρσιμο, μια δόνηση που ανέβηκε από τα πόδια μου μέχρι τον αυχένα. Για μια στιγμή νόμιζα πως κάτι έσπασε. Ύστερα επιβράδυνση. Και… ησυχία.
Σηκώθηκα μηχανικά. Κατέβηκα τη σκάλα μαζί με τους υπόλοιπους. Ο αέρας ήταν υγρός, κολλώδης. Ο ιδρώτας εμφανίστηκε αμέσως στις ρίζες των μαλλιών μου. Γύρω μου βιασύνη. Σπρωξίματα. Ανυπομονησία.
Κοίταξα τριγύρω αναζητώντας την έξοδο.
Την είδα απέναντι.
Μια πράσινη πινακίδα, φωτισμένη. ΕΞΟΔΟΣ!
Άρχισα να κατευθύνομαι προς τα εκεί. Τότε παρατήρησα πως όλοι οι άλλοι πήγαιναν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ένα ρεύμα ανθρώπων που απομακρυνόταν από την πόρτα που εγώ θεωρούσα σωτηρία.
Σταμάτησα.
Μια ομάδα τουριστών καθόταν λίγο πιο πέρα. Δεν μιλούσαν. Με κοιτούσαν. Όχι περίεργα. Σαν να περίμεναν να δω κάτι που εκείνοι ήδη γνώριζαν.
Έβγαλα το κινητό μου. Νεκρό. Είχα μείνει από μπαταρία. Παρ’ όλα αυτά το έφερα στο αυτί μου. Προσποιήθηκα ότι μιλούσα. Ότι ήμουν ακόμη συνδεδεμένη κάπου.
Τα βλέμματα χαλάρωσαν. Γύρισαν αλλού.
Πλησίασα την πόρτα.
Τότε μόνο παρατήρησα ότι δεν έγραφε μόνο ΕΞΟΔΟΣ. Δίπλα ακριβώς, με καμένη την λάμπα από πίσω της υπήρχε η λέξη ΚΙΝΔΥΝΟΥ. ΕΞΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ!
Το χέρι μου πάγωσε πάνω στο πόμολο.
Κίνδυνος.
Ποιος κίνδυνος; Από τι έπρεπε να φύγω; Και γιατί όλοι οι άλλοι έμεναν πίσω;
Πήρα βαθιά ανάσα.
Άνοιξα.
Ο χώρος που αντίκρισα δεν έμοιαζε με αεροδρόμιο. Ήταν ένας ημιτελής όροφος.
Ένα γιαπί.
Έκανα ένα βήμα μέσα.
Η πόρτα έκλεισε πίσω μου με μεταλλικό ήχο.
Ένιωσα ένα παράξενο σκίρτημα. Ο χώρος δεν μου ήταν ξένος. Έμοιαζε με κάτι που είχα δει ξανά. Σαν δωμάτιο που ανακαινίζεται. Γυμνά καλώδια, λάμπες που τρεμόπαιζαν, τοίχοι μισοβαμμένοι στο ίδιο λαδί χρώμα που έβαψα κι εγώ το σαλόνι μου. Μυρωδιά καμένου πλαστικού και υγρασίας. Σκόνη αιωρούμενη σαν λεπτό πέπλο.
Προχώρησα αργά. Στο βάθος, μια μεταλλική σκάλα.
Άρχισα να ανεβαίνω.
Πρώτος όροφος. Η ανάσα μου βαριά.
Δεύτερος. Ένας υπόκωφος ήχος, σαν μακρινό μπιπ.
Τρίτος. Τα πόδια μου έτρεμαν.
Τέταρτος. Η καρδιά μου χτυπούσε άρρυθμα.
Πέμπτος.
Μπροστά μου, μια βαριά πόρτα με την φωσφορίζουσα επιγραφή: ΕΞΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ.
Αυτή τη φορά δεν δίστασα.
Έπιασα το πόμολο.
Φως εκτυφλωτικό με τύφλωσε.
Φωνές.
«Γιατρέ την χάνουμε!»
«Πίεση, πέφτει!»
«Επινεφρίνη. Τώρα!»
«Τον απινιδωτή»
«Φόρτιση. Μακριά!»
Ένα ηλεκτρικό βουητό.
Ένα διαπεραστικό μπιπ.
Στεκόμουν στο κατώφλι, παγωμένη.
Ξάφνου καταλάβαινα.
Αν περνούσα το κατώφλι, θα πονούσα.
Αν γύριζα πίσω, θα ησύχαζα. Για πάντα.
Ο χώρος πίσω μου, το γιαπί, άρχισε να καταρρέει. Οι τοίχοι ράγιζαν. Σκόνη έπεφτε από το ταβάνι. Σοφάδες. Το κτήριο γκρεμιζόταν. Δεν υπήρχε επιστροφή σε αυτό που ήταν πριν.
Έκανα το βήμα μπροστά.
Ο πόνος ήρθε πρώτα. Βάρος στο στήθος. Κάψιμο στους πνεύμονες. Βήχας.
Ύστερα ακολούθησε ο ήχος.
Μπιπ.
Μπιπ-μπιπ.
Μπιπ-μπιπ-μπιπ.
«Σταθεροποιήθηκε».
Άνοιξα τα μάτια.
Λευκό ταβάνι. Φως ψυχρό. Μάσκες. Πρόσωπα σκυμμένα πάνω μου.
«Επανήλθε»
Ένας αναστεναγμός ανακούφισης.
Γυρνώ το κεφάλι μου με κόπο.
«Κορίτσι μου… ξύπνησες…»
Η φωνή της μητέρας μου τρέμει.
Και τότε θυμάμαι.
Το αεροπλάνο. Όχι, όχι αεροπλάνο.
Όχι υγρός αέρας. Φωτιά!
Μεταλλική κραυγή πάνω σε ράγες.
Ένα απότομο φρενάρισμα.
Σώματα που τινάχτηκαν μπροστά.
Το τρένο!
Φέρνω το χέρι μου στον λαιμό.
Το σταυρουδάκι λείπει.
Μένω για λίγο ακίνητη, νιώθοντας το κενό στο δέρμα μου.
Δεν το αναζητώ. Όχι πια.
Παίρνω μια βαθιά ανάσα.
Κάψιμο.
Ο πόνος είναι εδώ. Ο φόβος είναι εδώ.
Αλλά κι εγώ είμαι εδώ.
Ψάχνω το χέρι της μητέρας μου. Το σφίγγω.
Ένα δάκρυ κυλάει.
Δεν ξέρω αν είναι δικό μου ή δικό της.

